Στίγμα
Στερνή σας γνώση, Πρόεδρε...
ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
Ακόμη και όταν διαπραγματεύεται κανείς την πώληση ενός αυτοκινήτου του, ξεκινά από τη μέγιστη τιμή, ώστε να έχει περιθώρια κάποιας μείωσης στη συνέχεια του παζαρέματος. Ο Δημήτρης Χριστόφιας αποδείχθηκε πολύ κακός διαπραγματευτής και αγνόησε τη βασική και στοιχειώδη αρχή της διαπραγμάτευσης. Τα έδωσε όλα στην αρχή της διαπραγμάτευσης και τώρα παρουσιάζεται γυμνός στη φάση του πάρε-δώσε.
Όμως, σε ποιο πάρε-δώσε είναι δυνατόν να εισέλθουν οι συνομιλίες, όταν στα επίμαχα ζητήματα οι διαπραγματευτές δεν εισήλθαν ακόμη, είτε εισήλθαν και τα άγγιξαν απλώς; Ποιο πάρε-δώσε μπορεί να ισχύσει στο εδαφικό, στο περιουσιακό, στα στρατεύματα, στις εγγυήσεις, στους εποίκους και σε άλλα ακανθώδη θέματα που δεν άγγιξαν οι διαπραγματευτές, ή τα άγγιξαν και -προκειμένου να μην κάψουν τις συνομιλίες και τις οδηγήσουν σε πρόωρο τέλος- αποφάσισαν να τα θέσουν στο περιθώριο και να ασχοληθούν με τα πιο εύκολα;
Και εδώ αποκαλύπτεται και ο ερασιτεχνικός τρόπος με τον οποίο η Γενική Γραμματεία των Ηνωμένων Εθνών χειρίστηκε τις συνομιλίες. Προτού συμπληρωθεί η συζήτηση όλων των κεφαλαίων και δη των ακανθωδών, ζητεί την έναρξη του πάρε-δώσε. Χωρίς να υπάρχει πλήρης και σαφής εικόνα των θέσεων των δύο πλευρών ζητείται να αρχίσει το παζάρεμα. Και όταν μάλιστα πολλά θέματα συνδέονται.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει κάθε λόγο να μη συναινέσει στην έναρξη τώρα της διαδικασίας πάρε-δώσε, χωρίς να υπάρχει συμπληρωμένη η εικόνα των θέσεων και των δύο πλευρών σε όλα τα κεφάλαια. Επ’ αυτού δικαίως διατυπώνει το ερώτημα: «Πάρε-δώσε πάνω σε ποια ζητήματα; Αυτά πρέπει να τα διευκρινίσουμε».
Το κακό, βεβαίως, δεν αρχίζει τώρα. Απλώς ετοιμάζεται να συμπληρωθεί.
Το κακό άρχισε από τη στιγμή που ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας υπερφαλάγγισε τη συμφωνία της 8ης Ιουλίου 2006, η οποία προνοούσε, μεταξύ άλλων, ότι δεν θα αρχίσουν συνομιλίες, αν δεν παραχθεί ουσιώδες και ικανοποιητικό έργο στις ομάδες εργασίας και τις τεχνικές επιτροπές, ούτως ώστε να ξεκαθαρίσει και η βάση των συνομιλιών. Η προϋπόθεση αυτή διευκρινίστηκε και επαναβεβαιώθηκε με την επιστολή Γκαμπάρι της 15ης Νοεμβρίου 2006. Εξάλλου, με την επιστολή Γκαμπάρι, ο τότε βοηθός τού τότε Γ.Γ. των Ηνωμένων Εθνών Κόφι Ανάν, επισήμανε ότι ο Ανάν δεν θεωρούσε πως ήταν ο κατάλληλος χρόνος για να ξαναρχίσουν συνομιλίες για λύση του Κυπριακού.
Πώς, κάτω από τέτοιες συνθήκες, ο Πρόεδρος Χριστόφιας αποφάσιζε, άρον -άρον, να εισέλθει σε διάλογο με τον τότε κατοχικό ηγέτη Ταλάτ;
Ποιες θετικές συγκυρίες έβλεπε, ώστε να είναι πεπεισμένος ότι ο διάλογος θα κατέληγε; Είχε οποιαδήποτε ένδειξη ότι η Τουρκία εγκατέλειψε τις πάγιες αδιάλλακτες θέσεις της και ήταν έτοιμη για συμβιβασμό;
Ουδεμία ένδειξη είχε ότι συνέβαινε κάτι τέτοιο. Καμία συγκυρία δεν ήταν θετική για ευόδωση ενός διαλόγου.
Και όμως, ο Πρόεδρος Χριστόφιας εισήλθε, υπό τα χειροκροτήματα του ΔΗΣΥ, ο οποίος ασκούσε προηγουμένως ισοπεδωτική πολιτική κατά του Τάσσου Παπαδόπουλου και τόνιζε την ανάγκη συνάντησής του με τον Ταλάτ. Άστε τώρα που ο ΔΗΣΥ, λόγω προεκλογικού κλίματος, μεταλλάσσεται. Άλλωστε είναι «μάνα» στις προεκλογικές μεταλλάξεις. Υπενθυμίζουμε ότι εγκατέλειψε τον Βασιλείου και τις Ιδέες Γκάλι το 1993 και μεταλλάχθηκε σε απορριπτικό για να κερδίσει την υποστήριξη του ΔΗΚΟ και του Σπύρου Κυπριανού στη διεκδίκηση της Προεδρίας...
Τα κακά μας, λοιπόν, άρχισαν με την αποδοχή του Προέδρου Χριστόφια, με τη στήριξη του ΔΗΣΥ, της εισόδου σε έναν φαύλο διάλογο χωρίς την παραμικρή προοπτική επιτυχίας. Θα πληρώσουμε ακριβό τίμημα, στο βωμό μιας άσκοπης και θεατρινίστικης συμπεριφοράς, που το ΑΚΕΛ χαρακτηρίζει σήμερα σαν «σπάσιμο του αδιεξόδου». Τα πραγματικά και εφιαλτικά αδιέξοδα τώρα έρχονται...
Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire