Κεντρικό πρόσωπο της γενιάς των σκηνοθετών του
Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στη Μαρίνα Σχίζα
Το όνομα του Παντελή Βούλγαρη είναι ταυτισμένο με τον λεγόμενο Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο, μια τάση που ξεκίνησε από νέους δημιουργούς στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και εδραιώθηκε την επόμενη, δίνοντας νέες κατευθύνσεις στο ελληνικό σινεμά. Ενεργός όλα αυτά τα χρόνια με φιλμογραφία που μεταξύ άλλων αριθμεί έντεκα μεγάλου μήκους ταινίες, οι οποίες επικεντρώνονται πρωτίστως στον άνθρωπο και στον αγώνα του να κατακτήσει την ελευθερία.
Η τελευταία του ταινία «Ψυχή βαθιά» προκάλεσε συζητήσεις σχετικά με την απεικόνιση του ελληνικού Εμφυλίου, μιας από τις τραγικότερες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Ήρθε στην Κύπρο την περασμένη βδομάδα προσκεκλημένος του Πανεπιστημίου Κύπρου για τη Γιορτή των Γραμμάτων. Τον συνάντησα λίγο πριν την εκδήλωση και μου μίλησε για την κατάσταση που βιώνει η Ελλάδα σήμερα, μίλησε για τις ταινίες του, την ανάγκη του να εισχωρεί στην ιστορία και να αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές της και για τα απραγματοποίητα όνειρα των δημιουργών… - Ήταν κάτι που αναμενόταν αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα; Πώς το βιώνετε; Όχι, δεν αναμενόταν. Ούτε οι πολιτικοί χτύπησαν καμπανάκι, ούτε οι οικονομολόγοι, ούτε τα μέσα ενημέρωσης. Τώρα εμφανίζονται όλοι στο προσκήνιο. Αυτό που βιώνει σήμερα η χώρα είναι έξω από κάθε λογική. Είμαστε μια ευρωπαϊκή χώρα, ποια όμως είναι συμπαράσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης;
- Νιώθετε ότι το όραμα της Ευρωπαϊκής Ενωσης καταρρέει;
Έτσι φαίνεται. Δεν είναι μόνο η Ελλάδα που καταρρέει. Όταν ξεκίνησε όλη αυτή η περιπέτεια της κρίσης πέσανε πάνω μας όλοι. Ότι ξεσαλώσαμε, ότι τα φάγαμε όλα, αλλά πια είναι μια σειρά από χώρες που έχουν πρόβλημα. Και ο μεγαλύτερος εφιάλτης για τον καθημερινό πολίτη είναι ότι δεν ξέρει πού μπορεί να φτάσει αυτή η ιστορία. Δεν υπάρχει μια προοπτική, κάτι που να καταλάβει ο απλός Έλληνας, που βιώνει ένα κυνηγητό απερίγραπτο, αν αυτή η ιστορία οδηγεί κάπου.
- Η Ελλάδα δεν έχει ευθύνη για αυτό που συμβαίνει;
Σε ένα σημείο, ναι έχει, αλλά το φαινόμενο της κατανάλωσης δεν ήταν μόνο ελληνικό. Και ποια ήταν η κατανάλωση σε τελευταία ανάλυση; Υπήρξαν άγριες αγορές αυτοκινήτων, σπιτιών, αυτό το life style που κυριάρχησε… αλλά αυτό δεν άγγιξε τον μεγάλο πληθυσμό της χώρας. Γύρισαν οι Έλληνες και έφτιαξαν το πατρικό σπίτι στο χωριό, πήραν ένα αυτοκίνητο, αποφάσισαν να πουλήσουν κάτι για να σπουδάσουν τα παιδιά τους… Μα εδώ κινδυνεύει να χαθεί ολόκληρος ο κοινωνικός ιστός. Εδώ γυρίζουν παιδιά από τις σπουδές τους με διπλώματα και δεν ξέρουν τι να τα κάνουν.
- Εσείς ως δημιουργός, που συνήθως έχετε μια πιο ευαίσθητη όραση των πραγμάτων, πού βλέπετε να καταλήγει όλο αυτό που συμβαίνει; Κοιτάξτε, ο καλλιτέχνης, ο δημιουργός δεν είναι αχυράνθρωπος. Υφίσταται και ο ίδιος τις συνέπειες της οικονομικής καταστροφής. Για να μην πω ότι οι άνθρωποι των τεχνών είναι οι πρώτοι που υφίστανται τα μέτρα. Η τέχνη πια, θεωρείται πολυτέλεια. Το τραγικό είναι ότι και αποχωρούν από το στίβο οι νεότερες γενιές. Στον κινηματογράφο υπάρχει μια γενιά τριαντάρηδων, οι οποίοι είναι όλοι ταλαντούχοι, σπουδασμένα παιδιά, που δεν μπορούν να κάνουν ταινίες. Αυτά τα παιδιά έχουν αποδείξει ότι βλέπουν τα πράγματα με άλλο φακό και μπορεί να φωτίσουν τα σύγχρονα προβλήματα με έναν άλλον τρόπο από τον δικό μας. Εμείς μεγαλώσαμε πια. Είμαστε στην αποχώρηση. Πού θα πάει αυτή η ιστορία δεν το ξέρουμε. Μπορεί να συμβούν πράγματα ακραία.
- Μέσα από την ιστορία βλέπετε παρόμοιες καταστάσεις να έχει βιώσει η Ελλάδα; Δεν υπάρχει κάτι παρόμοιο, τουλάχιστον από τα δικά μου χρόνια. Μεγάλωσα στη δεκαετία του ’50 όταν η Ελλάδα έβγαινε διαλυμένη από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και από τον εμφύλιο. Εκεί ήταν άλλες δυσκολίες. Τότε είμαστε όλοι μας φτωχοί, με μερικές μόνο οικογένειες πλούσιων. Υπήρχε όμως μια ελπίδα ότι κάτι θα αλλάξει. Τώρα ο Έλληνας έφτασε σε ένα βιοτικό επίπεδο με σπίτι, αυτοκίνητο, σπουδές των παιδιών του, το μπουζουκτζίδικο του. Και του λένε, «γύρνα πίσω». Αυτό το πίσω δεν ξέρω πώς μπορεί να γίνει. Πηγαίνω στην Εφορία και τα πρόσωπα των ανθρώπων μού θυμίζουν τους κρατούμενους στο Άουσβιτς, που δεν είχαν καμιά ελπίδα. Ίσως οι άνθρωποι που πεινάνε, που δεν έχουν στέγη, αναπτύξουν αλληλεγγύη. Και αυτό είναι η μόνη ελπίδα. Τα χρόνια της κατανάλωσης ο Έλληνας ήταν αποκομμένος από το σύνολο.
- Διάβαζα ότι παρά τα προβλήματα της Ελλάδας, υπάρχει το φιλότεχνο κοινό που θα πάει να δει μια ταινία, μια θεατρική παράσταση. Ο κινηματογράφος έχει πτώση γιατί δεν είναι προστατευόμενο είδος πια. Τα νέα παιδιά κατεβάζουν ταινίες από το ίντερνετ και σε πολύ καλή ποιότητα, σχεδόν πριν προβληθούν στους κινηματογράφους. Με το θέατρο είναι διαφορετικά τα πράγματα γιατί εκεί το κοινό πάει να δει ζωντανά τους ηθοποιούς. Από την άλλη και το Εθνικό Θέατρο και άλλοι θίασοι έχουν πάρει απόφαση ορισμένες μέρες της βδομάδας να έχουν χαμηλό εισιτήριο. - Εσείς είστε στη διαδικασία μιας νέας ταινίας μετά την τελευταία σας την «Ψυχή βαθιά»; Σκέφτομαι διάφορα, αλλά ομολογώ ότι και εγώ περνώ από μια - Ίσως χρειάζεται κάτι τέτοιο για να επέλθει η κάθαρση;
Απολύτως. Και ξέρετε ποιο είναι το πλέον απίστευτο; Αυτοί που ήταν υπεύθυνοι όλα αυτά τα χρόνια, κυρίως η πολιτική τάξη, φαίνεται να θέλει να μας σώσει. Όμως ο κόσμος δεν θέλει να δει κανέναν, δεν έχει πια εμπιστοσύνη στην εξουσία.
διαδικασία στενοχώριας. Δεν ξέρω πού βρίσκεται ο κόσμος για να δει μια νέα μου ταινία, γιατί με ενδιαφέρει να κάνω κάτι που να μην το δω μόνο εγώ. Όλα αυτά τα χρόνια δημιούργησα μια καλή επαφή με τον θεατή. Προσπαθώ να πιάσω την ατμόσφαιρα μέσα από τα πρόσωπα των ανθρώπων, αλλά τούτη την ώρα είμαι διστακτικός. Ένα μεγάλο κομμάτι της σχέσης που έχω με ανθρώπους που βλέπουν τις ταινίες μου έχει δημιουργηθεί από τα ταξίδια που κάνω σ’ όλη την Ελλάδα: στο Κιλκίς, στην Αλεξανδρούπολη, στην Καστοριά.
- Τι είναι εκείνο που κάποια στιγμή συμβαίνει και σας κάνει να προχωρήσετε σε μια ταινία; Στο σπίτι μου έχω μια βυζαντινή εικόνα που παρουσιάζει τη Ζωοδόχο Πηγή, όπου γύρω της είναι ασθενείς και τραυματίες που περιμένουν το Άγιο΄Πνεύμα για να τους κάνει καλά. Κάπως έτσι είναι η διαδικασία. Σαν επιφοίτηση. Ξέρετε, η Ελλάδα ποτέ δεν είχε ένα οργανωμένο βιομηχανικό ή βιοτεχνικό τρόπο παραγωγής ταινιών. Δεν έχει ποτέ χτυπήσει το τηλέφωνο του σπιτιού μου από κάποιον παραγωγό να μου πει «Βούλγαρη έλα να κάνουμε μια ταινία». Όποτε ήθελα να κάνω μια ταινία ενεργοποιούσα τις αντοχές μου, τη φαντασία, τις δημόσιες σχέσεις.
- Πώς προέκυψε η ταινία «Ψυχή βαθιά» και η ενασχόλησή σας με την περίοδο του εμφυλίου, μια περίοδος που πολλοί δεν τολμούν να αγγίξουν. Άρχισα να ασχολούμαι με τον Εμφύλιο τις παραμονές που θα ξεκινούσαν τα γυρίσματα των «Νυφών». Μετά από ένα ταξίδι που έκανα στην Καστοριά και προσδιόριζα τις αποστάσεις και τις μετακινήσεις των ανταρτών μεταξύ Γράμμου και Βιτσίου, δόθηκε το έναυσμα. Ήταν η αφορμή να κατέβω στην Αθήνα, να κατεβάσω βιβλία, μπήκα σ’ αυτή την έρευνα και στο ταξίδι αυτής της έρευνας. Δεν ήξερα λεπτομέρειες, τη διαδικασία, τις πολιτικές ή τις ανάγκες. Αυτό προσπάθησα να το καλύψω καταρχήν μόνος μου, διαβάζοντας και κουβεντιάζοντας, συναντώντας ιστορικούς, αλλά και ανθρώπους που έζησαν την εμπειρία αυτή, και χωρίς να έχω πρόθεση ντε και καλά να κάνω μια ταινία. - Γιατί; Γιατί με ενδιαφέρει πάνω από όλα η ιστορία, χωρίς πάντα αυτή η έρευνα να έχει προοπτική ταινίας. Αποφασίστηκε κάποια στιγμή χωρίς να ξέρω γιατί, απλά ένιωθα την ανάγκη να μιλήσω για αυτά γιατί πίστευα ότι αυτή η ανάγκη να μιλήσω για τον Εμφύλιο για αυτή τη σφαγή που έγινε στη χώρα μου ενδιαφέρει και τον υπόλοιπο κόσμο. Ήθελα μέσα από την ταινία να αγγίξω τίποτα άλλο, παρά τον άνθρωπο.
- Τώρα ο Έλληνας βιώνει πολύ δύσκολες καταστάσεις, ίσως διαφορετικές. Τώρα είναι καινούργια πράγματα που βιώνει ο Έλληνας. Η έλλειψη εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα, σε αυτό το μέγεθος, δεν συνέβηκε ποτέ πριν. Ο Έλληνας συνδεόταν πάντα με ένα κόμμα, είτε της Δεξιάς είτε της Αριστεράς, είτε του Κέντρου και εκεί παρέμενε σε όλη του τη ζωή. Σήμερα δεν πιστεύει σε τίποτα.
- Η ιστορία μπορεί να διδάξει τον άνθρωπο; Ναι νομίζω. Πάντα παίρνοντας την «Ψυχή βαθιά» αλλά και τις προηγούμενες ταινίες που είχα κάνει τα «Πέτρινα χρόνια» για παράδειγμα, μπήκα σε περιοχές της ιστορίας που είχαν μείνει στο χρονοντούλαπο που δεν ήθελε κανένας να μιλήσει, ούτε ο νικητής, ούτε ο ηττημένος.
- Προφανώς γιατί είναι όλοι ηττημένοι μετά από τέτοιες καταστάσεις. Ήταν ένας πόλεμος φοβερά σκληρός και φοβερά ανθρώπινος. Τραυμάτισε και τις δυο πλευρές αυτή η ιστορία. Ο Εμφύλιος είχε 70 χιλιάδες νεκρούς και την ίδια στιγμή έφυγαν σε γειτονικές χώρες άλλες 100 χιλιάδες. Έμεινε μια Ελλάδα τελείως διαλυμένη και κάναμε 50 χρόνια για να πιάσουμε κάπως την άκρη. Ναι, η ιστορία ενεργοποιεί τον άνθρωπο. Εν πάση περιπτώσει, η ιστορία κρυμμένη έχει μεγαλύτερη απειλή από την ιστορία που κουβεντιάζεται και συζητιέται. Βεβαίως, υπάρχουν διαφορετικές οπτικές γωνιές της ιστορίας και εξαρτάται πώς θα δει κανείς τα πράγματα. Όταν βγήκε η ταινία «Ψυχή βαθιά» έπαιρνα πολλά τηλεφωνήματα από νέα παιδιά γιατί ήθελαν να μάθουν περισσότερα, αφού αυτή η περίοδος δεν διδασκόταν ποτέ στα γυμνάσια. Στα σπίτια πάλι δεν μιλάγανε για αυτό. Υπήρξε μια πολύ μεγάλη ανάγκη κουβέντας. Έπαιρνα τηλεφωνήματα και από τις δύο πλευρές. Και η μια και η άλλη ήθελαν περισσότερη επιθετικότητα, να χρεώσω περισσότερο σε κάποιον.
- Υπάρχουν ακόμα ιστορίες κρυμμένες. Φυσικά υπάρχουν. Για τον Εμφύλιο δεν έχει τελειώσει η δική μου τουλάχιστον έρευνα. Υπάρχουν πολλά ερωτήματα, γιατί έγινε, πώς; Υπάρχουν αρχεία σημαντικά που δεν έχουν ανοίξει ακόμα.
- Ποιο είναι το μέτρο της ιστορίας; Είναι μια προσωπική υπόθεση του καθενός. Δεν υπάρχει συνταγή. - Οι «Νύφες» ένα ξεχωριστό κεφάλαιο διαφορετικό από τις υπόλοιπες ταινίες σας. Γιατί κάνατε αυτή την ταινία; Η έννοια του μετανάστη πάντα με απασχολούσε. Εγώ δεν έφυγα ποτέ από την Ελλάδα, αν και είχα πρόταση να διδάξω στην Αμερική και αλλού. Έχω δεθεί πολύ με τον τόπο, καλώς ή κακώς. Πάντα ήθελα να κάνω κάτι για αυτό το ξερίζωμα από τον τόπο. Ένα ταξίδι στη Νέα Υόρκη και η επίσκεψη στο Εllis Ιsland, διαμορφωμένο σε μουσείο της μετανάστευσης πριν από αρκετά χρόνια με σημάδεψε. δημοσίευμα γι’ αυτό το ταξίδι των εφτακοσίων κοριτσιών υπάρχει στην πρώτη σελίδα των “Τimes” της Νέας Υόρκης, τον Ιούνιο του 1922. Απλώς δύο αράδες. Αυτές κινητοποίησαν τη γυναίκα μου την Ιωάννα και μένα. Αν και δεν υπήρχε ελπίδα να γίνει γιατί επρόκειτο για μια πολύ μεγάλη παραγωγή, κάποια στιγμή ενδιαφέρθηκε το γραφείο το Μάρτιν Σκορτζέζε και έτσι έγινε η ταινία.
- Είναι οι συγκυρίες κάποτε που οδηγούν τα πράγματα στο να υλοποιηθούν; Ναι υπάρχουν σκηνοθέτες που δεν κατάφεραν να κάνουν ποτέ ταινίες που ήθελαν. Ο Κιούμπρικ για παράδειγμα ήθελε να κάνει μια ταινία για τον Ναπολέοντα, αλλά δεν κατάφερε να την κάνει ποτέ.
Η τελευταία του ταινία «Ψυχή βαθιά» προκάλεσε συζητήσεις σχετικά με την απεικόνιση του ελληνικού Εμφυλίου, μιας από τις τραγικότερες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Ήρθε στην Κύπρο την περασμένη βδομάδα προσκεκλημένος του Πανεπιστημίου Κύπρου για τη Γιορτή των Γραμμάτων. Τον συνάντησα λίγο πριν την εκδήλωση και μου μίλησε για την κατάσταση που βιώνει η Ελλάδα σήμερα, μίλησε για τις ταινίες του, την ανάγκη του να εισχωρεί στην ιστορία και να αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές της και για τα απραγματοποίητα όνειρα των δημιουργών… - Ήταν κάτι που αναμενόταν αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα; Πώς το βιώνετε; Όχι, δεν αναμενόταν. Ούτε οι πολιτικοί χτύπησαν καμπανάκι, ούτε οι οικονομολόγοι, ούτε τα μέσα ενημέρωσης. Τώρα εμφανίζονται όλοι στο προσκήνιο. Αυτό που βιώνει σήμερα η χώρα είναι έξω από κάθε λογική. Είμαστε μια ευρωπαϊκή χώρα, ποια όμως είναι συμπαράσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης;
- Νιώθετε ότι το όραμα της Ευρωπαϊκής Ενωσης καταρρέει;
Έτσι φαίνεται. Δεν είναι μόνο η Ελλάδα που καταρρέει. Όταν ξεκίνησε όλη αυτή η περιπέτεια της κρίσης πέσανε πάνω μας όλοι. Ότι ξεσαλώσαμε, ότι τα φάγαμε όλα, αλλά πια είναι μια σειρά από χώρες που έχουν πρόβλημα. Και ο μεγαλύτερος εφιάλτης για τον καθημερινό πολίτη είναι ότι δεν ξέρει πού μπορεί να φτάσει αυτή η ιστορία. Δεν υπάρχει μια προοπτική, κάτι που να καταλάβει ο απλός Έλληνας, που βιώνει ένα κυνηγητό απερίγραπτο, αν αυτή η ιστορία οδηγεί κάπου.
- Η Ελλάδα δεν έχει ευθύνη για αυτό που συμβαίνει;
Σε ένα σημείο, ναι έχει, αλλά το φαινόμενο της κατανάλωσης δεν ήταν μόνο ελληνικό. Και ποια ήταν η κατανάλωση σε τελευταία ανάλυση; Υπήρξαν άγριες αγορές αυτοκινήτων, σπιτιών, αυτό το life style που κυριάρχησε… αλλά αυτό δεν άγγιξε τον μεγάλο πληθυσμό της χώρας. Γύρισαν οι Έλληνες και έφτιαξαν το πατρικό σπίτι στο χωριό, πήραν ένα αυτοκίνητο, αποφάσισαν να πουλήσουν κάτι για να σπουδάσουν τα παιδιά τους… Μα εδώ κινδυνεύει να χαθεί ολόκληρος ο κοινωνικός ιστός. Εδώ γυρίζουν παιδιά από τις σπουδές τους με διπλώματα και δεν ξέρουν τι να τα κάνουν.
- Εσείς ως δημιουργός, που συνήθως έχετε μια πιο ευαίσθητη όραση των πραγμάτων, πού βλέπετε να καταλήγει όλο αυτό που συμβαίνει; Κοιτάξτε, ο καλλιτέχνης, ο δημιουργός δεν είναι αχυράνθρωπος. Υφίσταται και ο ίδιος τις συνέπειες της οικονομικής καταστροφής. Για να μην πω ότι οι άνθρωποι των τεχνών είναι οι πρώτοι που υφίστανται τα μέτρα. Η τέχνη πια, θεωρείται πολυτέλεια. Το τραγικό είναι ότι και αποχωρούν από το στίβο οι νεότερες γενιές. Στον κινηματογράφο υπάρχει μια γενιά τριαντάρηδων, οι οποίοι είναι όλοι ταλαντούχοι, σπουδασμένα παιδιά, που δεν μπορούν να κάνουν ταινίες. Αυτά τα παιδιά έχουν αποδείξει ότι βλέπουν τα πράγματα με άλλο φακό και μπορεί να φωτίσουν τα σύγχρονα προβλήματα με έναν άλλον τρόπο από τον δικό μας. Εμείς μεγαλώσαμε πια. Είμαστε στην αποχώρηση. Πού θα πάει αυτή η ιστορία δεν το ξέρουμε. Μπορεί να συμβούν πράγματα ακραία.
- Μέσα από την ιστορία βλέπετε παρόμοιες καταστάσεις να έχει βιώσει η Ελλάδα; Δεν υπάρχει κάτι παρόμοιο, τουλάχιστον από τα δικά μου χρόνια. Μεγάλωσα στη δεκαετία του ’50 όταν η Ελλάδα έβγαινε διαλυμένη από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και από τον εμφύλιο. Εκεί ήταν άλλες δυσκολίες. Τότε είμαστε όλοι μας φτωχοί, με μερικές μόνο οικογένειες πλούσιων. Υπήρχε όμως μια ελπίδα ότι κάτι θα αλλάξει. Τώρα ο Έλληνας έφτασε σε ένα βιοτικό επίπεδο με σπίτι, αυτοκίνητο, σπουδές των παιδιών του, το μπουζουκτζίδικο του. Και του λένε, «γύρνα πίσω». Αυτό το πίσω δεν ξέρω πώς μπορεί να γίνει. Πηγαίνω στην Εφορία και τα πρόσωπα των ανθρώπων μού θυμίζουν τους κρατούμενους στο Άουσβιτς, που δεν είχαν καμιά ελπίδα. Ίσως οι άνθρωποι που πεινάνε, που δεν έχουν στέγη, αναπτύξουν αλληλεγγύη. Και αυτό είναι η μόνη ελπίδα. Τα χρόνια της κατανάλωσης ο Έλληνας ήταν αποκομμένος από το σύνολο.
- Διάβαζα ότι παρά τα προβλήματα της Ελλάδας, υπάρχει το φιλότεχνο κοινό που θα πάει να δει μια ταινία, μια θεατρική παράσταση. Ο κινηματογράφος έχει πτώση γιατί δεν είναι προστατευόμενο είδος πια. Τα νέα παιδιά κατεβάζουν ταινίες από το ίντερνετ και σε πολύ καλή ποιότητα, σχεδόν πριν προβληθούν στους κινηματογράφους. Με το θέατρο είναι διαφορετικά τα πράγματα γιατί εκεί το κοινό πάει να δει ζωντανά τους ηθοποιούς. Από την άλλη και το Εθνικό Θέατρο και άλλοι θίασοι έχουν πάρει απόφαση ορισμένες μέρες της βδομάδας να έχουν χαμηλό εισιτήριο. - Εσείς είστε στη διαδικασία μιας νέας ταινίας μετά την τελευταία σας την «Ψυχή βαθιά»; Σκέφτομαι διάφορα, αλλά ομολογώ ότι και εγώ περνώ από μια - Ίσως χρειάζεται κάτι τέτοιο για να επέλθει η κάθαρση;
Απολύτως. Και ξέρετε ποιο είναι το πλέον απίστευτο; Αυτοί που ήταν υπεύθυνοι όλα αυτά τα χρόνια, κυρίως η πολιτική τάξη, φαίνεται να θέλει να μας σώσει. Όμως ο κόσμος δεν θέλει να δει κανέναν, δεν έχει πια εμπιστοσύνη στην εξουσία.
διαδικασία στενοχώριας. Δεν ξέρω πού βρίσκεται ο κόσμος για να δει μια νέα μου ταινία, γιατί με ενδιαφέρει να κάνω κάτι που να μην το δω μόνο εγώ. Όλα αυτά τα χρόνια δημιούργησα μια καλή επαφή με τον θεατή. Προσπαθώ να πιάσω την ατμόσφαιρα μέσα από τα πρόσωπα των ανθρώπων, αλλά τούτη την ώρα είμαι διστακτικός. Ένα μεγάλο κομμάτι της σχέσης που έχω με ανθρώπους που βλέπουν τις ταινίες μου έχει δημιουργηθεί από τα ταξίδια που κάνω σ’ όλη την Ελλάδα: στο Κιλκίς, στην Αλεξανδρούπολη, στην Καστοριά.
- Τι είναι εκείνο που κάποια στιγμή συμβαίνει και σας κάνει να προχωρήσετε σε μια ταινία; Στο σπίτι μου έχω μια βυζαντινή εικόνα που παρουσιάζει τη Ζωοδόχο Πηγή, όπου γύρω της είναι ασθενείς και τραυματίες που περιμένουν το Άγιο΄Πνεύμα για να τους κάνει καλά. Κάπως έτσι είναι η διαδικασία. Σαν επιφοίτηση. Ξέρετε, η Ελλάδα ποτέ δεν είχε ένα οργανωμένο βιομηχανικό ή βιοτεχνικό τρόπο παραγωγής ταινιών. Δεν έχει ποτέ χτυπήσει το τηλέφωνο του σπιτιού μου από κάποιον παραγωγό να μου πει «Βούλγαρη έλα να κάνουμε μια ταινία». Όποτε ήθελα να κάνω μια ταινία ενεργοποιούσα τις αντοχές μου, τη φαντασία, τις δημόσιες σχέσεις.
- Πώς προέκυψε η ταινία «Ψυχή βαθιά» και η ενασχόλησή σας με την περίοδο του εμφυλίου, μια περίοδος που πολλοί δεν τολμούν να αγγίξουν. Άρχισα να ασχολούμαι με τον Εμφύλιο τις παραμονές που θα ξεκινούσαν τα γυρίσματα των «Νυφών». Μετά από ένα ταξίδι που έκανα στην Καστοριά και προσδιόριζα τις αποστάσεις και τις μετακινήσεις των ανταρτών μεταξύ Γράμμου και Βιτσίου, δόθηκε το έναυσμα. Ήταν η αφορμή να κατέβω στην Αθήνα, να κατεβάσω βιβλία, μπήκα σ’ αυτή την έρευνα και στο ταξίδι αυτής της έρευνας. Δεν ήξερα λεπτομέρειες, τη διαδικασία, τις πολιτικές ή τις ανάγκες. Αυτό προσπάθησα να το καλύψω καταρχήν μόνος μου, διαβάζοντας και κουβεντιάζοντας, συναντώντας ιστορικούς, αλλά και ανθρώπους που έζησαν την εμπειρία αυτή, και χωρίς να έχω πρόθεση ντε και καλά να κάνω μια ταινία. - Γιατί; Γιατί με ενδιαφέρει πάνω από όλα η ιστορία, χωρίς πάντα αυτή η έρευνα να έχει προοπτική ταινίας. Αποφασίστηκε κάποια στιγμή χωρίς να ξέρω γιατί, απλά ένιωθα την ανάγκη να μιλήσω για αυτά γιατί πίστευα ότι αυτή η ανάγκη να μιλήσω για τον Εμφύλιο για αυτή τη σφαγή που έγινε στη χώρα μου ενδιαφέρει και τον υπόλοιπο κόσμο. Ήθελα μέσα από την ταινία να αγγίξω τίποτα άλλο, παρά τον άνθρωπο.
- Τώρα ο Έλληνας βιώνει πολύ δύσκολες καταστάσεις, ίσως διαφορετικές. Τώρα είναι καινούργια πράγματα που βιώνει ο Έλληνας. Η έλλειψη εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα, σε αυτό το μέγεθος, δεν συνέβηκε ποτέ πριν. Ο Έλληνας συνδεόταν πάντα με ένα κόμμα, είτε της Δεξιάς είτε της Αριστεράς, είτε του Κέντρου και εκεί παρέμενε σε όλη του τη ζωή. Σήμερα δεν πιστεύει σε τίποτα.
- Η ιστορία μπορεί να διδάξει τον άνθρωπο; Ναι νομίζω. Πάντα παίρνοντας την «Ψυχή βαθιά» αλλά και τις προηγούμενες ταινίες που είχα κάνει τα «Πέτρινα χρόνια» για παράδειγμα, μπήκα σε περιοχές της ιστορίας που είχαν μείνει στο χρονοντούλαπο που δεν ήθελε κανένας να μιλήσει, ούτε ο νικητής, ούτε ο ηττημένος.
- Προφανώς γιατί είναι όλοι ηττημένοι μετά από τέτοιες καταστάσεις. Ήταν ένας πόλεμος φοβερά σκληρός και φοβερά ανθρώπινος. Τραυμάτισε και τις δυο πλευρές αυτή η ιστορία. Ο Εμφύλιος είχε 70 χιλιάδες νεκρούς και την ίδια στιγμή έφυγαν σε γειτονικές χώρες άλλες 100 χιλιάδες. Έμεινε μια Ελλάδα τελείως διαλυμένη και κάναμε 50 χρόνια για να πιάσουμε κάπως την άκρη. Ναι, η ιστορία ενεργοποιεί τον άνθρωπο. Εν πάση περιπτώσει, η ιστορία κρυμμένη έχει μεγαλύτερη απειλή από την ιστορία που κουβεντιάζεται και συζητιέται. Βεβαίως, υπάρχουν διαφορετικές οπτικές γωνιές της ιστορίας και εξαρτάται πώς θα δει κανείς τα πράγματα. Όταν βγήκε η ταινία «Ψυχή βαθιά» έπαιρνα πολλά τηλεφωνήματα από νέα παιδιά γιατί ήθελαν να μάθουν περισσότερα, αφού αυτή η περίοδος δεν διδασκόταν ποτέ στα γυμνάσια. Στα σπίτια πάλι δεν μιλάγανε για αυτό. Υπήρξε μια πολύ μεγάλη ανάγκη κουβέντας. Έπαιρνα τηλεφωνήματα και από τις δύο πλευρές. Και η μια και η άλλη ήθελαν περισσότερη επιθετικότητα, να χρεώσω περισσότερο σε κάποιον.
- Υπάρχουν ακόμα ιστορίες κρυμμένες. Φυσικά υπάρχουν. Για τον Εμφύλιο δεν έχει τελειώσει η δική μου τουλάχιστον έρευνα. Υπάρχουν πολλά ερωτήματα, γιατί έγινε, πώς; Υπάρχουν αρχεία σημαντικά που δεν έχουν ανοίξει ακόμα.
- Ποιο είναι το μέτρο της ιστορίας; Είναι μια προσωπική υπόθεση του καθενός. Δεν υπάρχει συνταγή. - Οι «Νύφες» ένα ξεχωριστό κεφάλαιο διαφορετικό από τις υπόλοιπες ταινίες σας. Γιατί κάνατε αυτή την ταινία; Η έννοια του μετανάστη πάντα με απασχολούσε. Εγώ δεν έφυγα ποτέ από την Ελλάδα, αν και είχα πρόταση να διδάξω στην Αμερική και αλλού. Έχω δεθεί πολύ με τον τόπο, καλώς ή κακώς. Πάντα ήθελα να κάνω κάτι για αυτό το ξερίζωμα από τον τόπο. Ένα ταξίδι στη Νέα Υόρκη και η επίσκεψη στο Εllis Ιsland, διαμορφωμένο σε μουσείο της μετανάστευσης πριν από αρκετά χρόνια με σημάδεψε. δημοσίευμα γι’ αυτό το ταξίδι των εφτακοσίων κοριτσιών υπάρχει στην πρώτη σελίδα των “Τimes” της Νέας Υόρκης, τον Ιούνιο του 1922. Απλώς δύο αράδες. Αυτές κινητοποίησαν τη γυναίκα μου την Ιωάννα και μένα. Αν και δεν υπήρχε ελπίδα να γίνει γιατί επρόκειτο για μια πολύ μεγάλη παραγωγή, κάποια στιγμή ενδιαφέρθηκε το γραφείο το Μάρτιν Σκορτζέζε και έτσι έγινε η ταινία.
- Είναι οι συγκυρίες κάποτε που οδηγούν τα πράγματα στο να υλοποιηθούν; Ναι υπάρχουν σκηνοθέτες που δεν κατάφεραν να κάνουν ποτέ ταινίες που ήθελαν. Ο Κιούμπρικ για παράδειγμα ήθελε να κάνει μια ταινία για τον Ναπολέοντα, αλλά δεν κατάφερε να την κάνει ποτέ.
Πηγή: Ο Φιλελεύθερος
Δημοσιεύτηκε στις 12/02/2012
Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire