Τώρα που όλα είναι διαθέσιμα σε mp3, το πικάπ μπαίνει ξανά στα σπίτια μας


Θοδωρής Κανελλόπουλος
Kρίνοντας από τον περίγυρο μου αλλά και από τον εαυτό μου, όσοι μεγάλωσαν με το High Fidelity, το μυθιστόρημα του Νικ Χόρνμπι που έγινε αργότερα και ταινία από τον Στίβεν Φρίαρς, θα θυμούνται χαρακτηριστικά τη σκηνή που ο Ρομπ, ο πρωταγωνιστής της ταινίας, βάζει σε τάξη τους δίσκους του βάσει χρονολογικής σειράς. Αυτό είναι εύκολο όταν έχεις το πολύ 100-200 δίσκους, το έκανα πριν ένα μήνα και μου πήρε περίπου τέσσερις ώρες.
Όσοι, όμως, μαζεύουν από παλιά, είχαν μάλιστα την τύχη να κληρονομήσουν τα βινύλια των γονιών τους και κάθε φορά που μπαίνει στη ζωή τους η λέξη μετακόμιση, το πρώτο πράγμα που σκέφτονται είναι πως θα μεταφέρουν, με ασφάλεια, τα βινύλια τους έχουν ένα επιπλέον πρόβλημα στο θέμα της ταξινόμησης.
Το βινύλιο είναι ένα φετίχ. Είναι παραπάνω από μια απλή σχέση μεταξύ ενός άψυχου αντικειμένου και του ιδιοκτήτη. Παίζει ρόλο το σχήμα του, η αίσθηση που σου αφήνει και η τελετουργία. Διάβαζα πριν λίγο καιρό ένα ρεπορτάζ για τα ναρκωτικά και έλεγε πως οι περισσότεροι χρήστες είναι εθισμένοι όχι μόνο στις ουσίες αλλά και στη διαδικασία, στην τελετουργία με την οποία κάνουν τη χρήση. Αυτό μπορώ να το καταλάβω απόλυτα, γιατί κάτι παρόμοιο γίνεται και στη χρήση του πικάπ. Ο μουσικόφιλος έχει μια ιερή σχέση με την άλλη βελόνα, αυτή του πικάπ. Αυτή που ευλαβικά και με προσοχή βάζει πάνω στο βινύλιο περιμένοντας να περάσει το αρχικό χρρρρ τους ενός δευτερολέπτου και να αρχίσει να παίζει το τραγούδι. Η σχέση είναι ιερή. Τόσο ιερή που ακόμα και την τυχαία απειλή που θα πέσει σε ένα χαζό καβγά, αυτή του «θα σου σπάσω τους δίσκους», την κάνει να φαντάζει σαν το χειρότερο πράγμα που θα ακούσουν τα αυτιά σου ποτέ. Μου το έχουν πει και δεν ήταν ότι καλύτερο.
Τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι. Τουλάχιστον για τη δικιά μου γενιά και για αυτά που έχω ζήσει εγώ μέχρι στιγμής. Περάσαμε τα τέλη των nineties και (σχεδόν όλα) τα zeroes αγοράζοντας cds. Ίσως γιατί ήταν κάτι το καινούριο, ήταν πιο μικρά, πιο εύχρηστα αφού άνοιγες ένα κουτάκι, έβγαζες το cd, το έβαζες στο player και πατούσες το play. Η αλήθεια είναι πως τo πούσαραν περισσότερο και οι δισκογραφικές εταιρίες τότε. Από την άλλη πλευρά, αν ήθελες να ακούσεις κάποιο δίσκο με τον παραδοσιακό τρόπο, θα έπρεπε να σηκώνεσαι κάθε τρεις και λίγο και να αλλάζεις την πλευρά. Ο ήχος, ναι μεν, ήταν καλύτερος στο πικάπ αλλά τα zeroes ήταν γρήγορα. Σε όλους τους τομείς. Ήθελες να κάνεις κάτι και να το κάνεις γρήγορα.
Στα δισκάδικα βέβαια έχουν άλλη άποψη. Ίσως γιατί αυτό που τους απασχολεί αυτή την εποχή, την εποχή που η μουσική βιομηχανία αργοπεθαίνει είναι το ποια θα είναι η μετεξέλιξη ενός παραδοσιακού δισκάδικου την εποχή της online μουσικής και των ψηφιακών πωλήσεων. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, τα δεδομένα αλλάζουν καθημερινά και αυτό που προέχει είναι η επιβίωση. Αρα ο ρόλος από δω και πέρα, σε αυτή τη μεταβατική και παρατεταμένη περίοδο, που η μουσική παραγωγή ψάχνει να βρει τη θέση της κάνει την θέση του δισκοπωλείου ιδιαίτερα λεπτή.
Ο Κωνσταντής του Vinyl Microstore μας λέει πως «δίσκους αγοράζουν κυρίως οι μερακλήδες. Αυτοί που πάντα αγόραζαν βινύλια και πάντα θα αγοράζουν, ο κόσμος να χάλασει». Όταν τον ρωτάω ποιος δίσκος αποτελεί μπεστ σέλερ τις τελευταίες μέρες στο μαγαζί του μου λέει πως το ομώνυμο άλμπουμ των Acid Baby Jesus, που διανέμεται από την Inner Ear, φεύγει συνέχεια. Ο λόγος; Ίσως γιατί είναι Ελληνες και ο κόσμος προσπαθεί να στηρίξει το τοπικό προϊόν, να δώσει τη στήριξη του στα παιδιά που ξέρει. Επίσης μας κάνει γνωστό πως τόσα πολλά ελληνικά βινύλια δεν είχε ποτέ στο μαγαζί. «Ο κόσμος έχει καταλάβει πως το cd σαν format μουσικής είναι παρωχημένο και έχει απομυθοποιηθεί. Δεν μπορεί κάποιος, ειδικά την εποχή της κρίσης να δώσει 15-20 ευρώ για ένα πλαστικό πράγμα. Στην αντίπερα όχθη το βινύλιο θεωρείται κλασικό και έχει μια σταθερή αξία. Όλα τα καλά άλμπουμ πλέον βγαίνουν σε βινύλιο και ο κόσμος τα αγοράζει. Αυτό που έχει αλλάξει είναι το γεγονός πως οι εταιρίες βγάζουν όλο και πιο λίγα κομμάτια αφού το μίνιμουμ του δίσκου έχει πέσει. Κάποτε έβγαινε μια limited edition 5000 κομματιών, τώρα κάτι τέτοιο το βρίσκεις και σε 300 κομμάτια. Είναι όμως και λογικό, αφού το κοινό συνεχώς λιγοστεύει αν και πάντα θα υπάρχουν οι πιο παλιοί και πιο μεγάλοι σε ηλικία πελάτες που έμαθαν στο βινύλιο και δεν θα το αλλάξουν, όσα χρόνια κι αν περάσουν». Όταν τον ρωτάω ποια είναι η αναλογία δίσκων και cd που ζητά ο κόσμος στο μαγαζί του η απάντηση του με ξαφνιάζει. «Το 90% που ζητάνε είναι βινύλια. Ίσως αυτό να γίνεται γιατί η επαφή με τη βελόνα είναι ισχυρότερη από τον απρόσωπο και ψυχρό ψηφιακό ήχο».
Οντως κάπως έτσι είναι. Την ίδια περίπου σκέψη έχει και ένας συλλέκτης βινυλίων, ο δημοσιογράφος Θεοδόσης Μίχος που μαζεύει βινύλια εδώ και 15 χρόνια. Ο Θεοδόσης αγοράζει δίσκους «γιατί του αρέσει να κάθεται στον καναπέ του σαλονιού και να κοιτάζει τη δισκοθήκη του στον απέναντι τοίχο και να σκέφτεται ότι πρέπει να παραγγείλει στον μαραγκό μία ακόμη "πτέρυγα" για να τακτοποιήσει αυτά που μαζεύονται σε ντάνες στο πάτωμα». Ρωτώντας τον την άποψη του για το αν έχει ανέβει το βινύλιο έχει πάνω κάτω την ίδια αντίληψη που έχει κι ο Κωνσταντής του Vinyl Microstore. «Το κοινό που αγοράζει βινύλια είναι υπερβολικά μικρό για να επηρεάσει ουσιαστικά την πολιτική/πορεία της μουσικής βιομηχανίας».
Και αυτό γιατί όπως είπαμε και πιο πάνω, αν η μουσική βιομηχανία θέλει να επενδύσει κάπου, τότε ο τομέας που θα επενδύσει δε θα είναι το βινύλιο. Σε καμία περίπτωση. Αυτό είναι κάτι το οποίο θα κάνει σε σπάνιες και ειδικές περιπτώσεις. Όπως είναι για παράδειγμα είναι η επανακυκλοφορία ενός κλασικού δίσκου σε καλό box set εκείνη την εποχή λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Όμως, μπορεί η επένδυση στη μουσική είναι για τον πολύ κόσμο να ένα είδος πολυτελείας, ωστόσο υπάρχουν ακόμα αρκετοί έτσι ώστε να υπάρχει λόγος ύπαρξης εκδόσεων βινυλίου.
Συνομιλώντας και με τον ιδιοκτήτη του δισκάδικου Sonic Boom στην Κυψέλη, Γιώργο Φερτάκη, μάθαμε και πως ήταν τα πράγματα στο δίκτυο των μαγαζιών που πουλούσαν δίσκους δεκαπέντε χρόνια πριν, τότε που υπήρχαν 100 δισκάδικα στην Αθήνα και όχι περίπου είκοσι που είναι σήμερα. «Υπήρχε πιο οργανωμένο δίκτυο τόσο μαγαζιών όσο και συλλεκτών. Υπήρχαν βέβαια και περισσότερα χρήματα στην αγορά». Όλα είναι συνδυασμός παραγόντων. Ο Γιώργος πιστεύει πως δεν έχει ανέβει το προϊόν, αλλά επανέρχεται με αργούς ρυθμούς, παρόλο που πουλά και στο μαγαζί του σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα συγκριτικά με τα cds. «Τα ελληνικά εξαντλούνται αμέσως. Σαν μπεστ σέλερ έχω τα δύο singles των Stress, το ομώνυμο των Acid Baby Jesus και το ομώνυμο των Rain Dogs. Ολα ελληνικά». Τον ρωτώ τι πιστεύει για το γεγονός πως όλο και περισσότεροι έλληνες καλλιτέχνες κυκλοφορούν τις δουλειές τους σε βινύλιο και μας λέει πως το κάνουν επειδή «ξέρουν πως θα πουλήσουν 500-1000 αντίτυπα έτσι και βγάλουν άλμπουμ σε δίσκο. Σε cd δεν υπάρχει περίπτωση να πουλήσουν ούτε τα μισά. Και είναι κάτι που το ξέρουν και τα συγκροτήματα αλλά και οι εταιρίες».
Μιλώντας για εταιρίες, αυτές που το παλεύουν περισσότερο είναι οι ανεξάρτητες και αυτές που κινούνται στο underground. Οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρίες, που έχουν περισσότερα χρήματα και ζητούν και περισσότερα χρήματα, δεν δείχνουν να ενδιαφέρονται για πωλήσεις βινυλίου. Και είναι απόλυτα λογικό για μια εταιρία να προσέξει τη βιωσιμότητα της. Ειδικά την εποχή που οι εταιρίες σε συνεννόηση με τους καλλιτέχνες βγάζουν προς πώληση τα άλμπουμ τους στα περίπτερα για 8-10 ευρώ. Θέλουν χρήματα και τα θέλουν τώρα. Και όντως το να «κόψεις» και 1000, που λέει ο λόγος, βινύλια που θα κοστίσουν παραπάνω χρήματα από όσα θα το δώσεις στο περίπτερο δεν είναι λογικό. Αυτά όμως τα κάνουν οι πολυεθνικές.
Και για κάθε πολυεθνική που δεν πάει καλά υπάρχει μια diy ή μια ανεξάρτητη εταιρία που κάνει το κέφι της, κρατά χαμηλό προφίλ και βγάζει ενδιαφέροντα πράγματα που ξεπουλάνε.
Αυτό κάνει τα τελευταία πέντε χρόνια ο Περικλής Πιλαβάς, ιδιοκτήτης της πατρινής ανεξάρτητης δισκογραφικής Inner Ear, που έχει την τύχη να φιλοξενεί στο ρόστερ της μερικά από τα πιο σημαντικά ανεξάρτητα ονόματα της ελληνικής μουσικής σκηνής. Το label αυτό έχει βγάλει σε βινύλιο τις τελευταίες δουλειές του Θανάση Παπακωνσταντίνου, του Μανώλη Αγγελάκη, του Φοίβου Δεληβοριά, των Κόρε. Υδρο., των Last Drive, της Λένας Πλάτωνος και πολλών άλλων σπουδαίων καλλιτεχνών. Τον προηγούμενο μήνα μάλιστα επανακυκλοφόρησε σε ένα εκπληκτικό box set τις δουλειές των Villa 21 από τα eighties. Τα οποία φυσικά ξεπούλησαν αμέσως. Σχετικά με αυτό ο Περικλής είναι διαφωτιστικός. «Η επανέκδοση βινυλίων γίνεται αφενός για να κυκλοφορήσουν σε βινύλιο δίσκοι που είχαν κυκλοφορήσει μόνο σε cd αλλά και για να υπάρξουν ξανά στην αγορά δυσεύρετοι δίσκοι του παρελθόντος. Έτσι δίνεται η ευκαιρία στους μουσικόφιλους να τους αποκτήσουν σε φυσιολογική τιμή. Επανεκδόσεις όμως κάνουμε μόνο σε πράγματα τα οποία είναι αγαπημένα μας. Δεν το κάνουμε για να βγει μία σίγουρη σε πωλήσεις κυκλοφορία. Πριν από όλους είμαστε εμείς που θέλουμε να έχουμε τους συγκεκριμένους δίσκους σε βινύλιο!». Ωστόσο η ερώτηση που του θέτουμε μετά από αυτό είναι το αν η κοπή βινυλίου βάζει μέσα μια εταιρία, ειδικά αυτές τις δύσκολες οικονομικά ημέρες. «Τις περισσότερες φορές βγάζει τα έξοδα κοπής, μακέτας και mastering. Πρέπει όμως ο δίσκος να έχει μία απήχηση. Δε σημαίνει ότι όποιος βγάλει μία κυκλοφορία σε βινύλιο, έχει αμέσως στην τσέπη του τα χρήματα που έχει ξοδέψει. Ο δίσκος πρέπει να πουληθεί. Πάντως δεδομένου του υψηλού κόστους και του περιορισμένης κοπής δεν είναι ένα προϊόν που αποφέρει κέρδος».
To βινύλιo είναι το πιο όμορφο, πιστό και ολοκληρωμένο format μέσω του οποίου ο ακροατής μπορεί να απολαύσει τη μουσική που αγαπά. Γι’ αυτό άλλωστε οι πωλήσεις των δίσκων αυξάνονται σταθερά την ώρα που οι αντίστοιχες πωλήσεις σε cd πέφτουν. Όσο καλά και να πηγαίνουν οι ψηφιακές πωλήσεις, το παρόν και το μέλλον δηλαδή της μουσικής βιομηχανίας, οι άνθρωποι πάντα θα έχουν ανάγκη από ενθύμια και αναμνήσεις, κάτι που βρίσκουν στα βινύλια. Και όσο και αν προχωρά η τεχνολογία στα πικάπ, πλέον μπορείς να βρεις πικάπ με υποδοχή για iPhone, με θύρα usb ή και με «καρφωμένο» cd player πάνω του, το βινύλιο θα είναι πάντα το απτό αντικείμενο που, όπως λέει κι ο δημοσιογράφος και συλλέκτης Παναγιώτης Μένεγος "είναι hip, εντάσσεται στο πλαίσιο της ακατάσχετης vintage μανίας και αρέσει στα κορίτσια".
Πηγή: www.tovima.gr
Δημοσιεύτηκε στις 09/02/2012
Όσοι, όμως, μαζεύουν από παλιά, είχαν μάλιστα την τύχη να κληρονομήσουν τα βινύλια των γονιών τους και κάθε φορά που μπαίνει στη ζωή τους η λέξη μετακόμιση, το πρώτο πράγμα που σκέφτονται είναι πως θα μεταφέρουν, με ασφάλεια, τα βινύλια τους έχουν ένα επιπλέον πρόβλημα στο θέμα της ταξινόμησης.
Το βινύλιο είναι ένα φετίχ. Είναι παραπάνω από μια απλή σχέση μεταξύ ενός άψυχου αντικειμένου και του ιδιοκτήτη. Παίζει ρόλο το σχήμα του, η αίσθηση που σου αφήνει και η τελετουργία. Διάβαζα πριν λίγο καιρό ένα ρεπορτάζ για τα ναρκωτικά και έλεγε πως οι περισσότεροι χρήστες είναι εθισμένοι όχι μόνο στις ουσίες αλλά και στη διαδικασία, στην τελετουργία με την οποία κάνουν τη χρήση. Αυτό μπορώ να το καταλάβω απόλυτα, γιατί κάτι παρόμοιο γίνεται και στη χρήση του πικάπ. Ο μουσικόφιλος έχει μια ιερή σχέση με την άλλη βελόνα, αυτή του πικάπ. Αυτή που ευλαβικά και με προσοχή βάζει πάνω στο βινύλιο περιμένοντας να περάσει το αρχικό χρρρρ τους ενός δευτερολέπτου και να αρχίσει να παίζει το τραγούδι. Η σχέση είναι ιερή. Τόσο ιερή που ακόμα και την τυχαία απειλή που θα πέσει σε ένα χαζό καβγά, αυτή του «θα σου σπάσω τους δίσκους», την κάνει να φαντάζει σαν το χειρότερο πράγμα που θα ακούσουν τα αυτιά σου ποτέ. Μου το έχουν πει και δεν ήταν ότι καλύτερο.
Τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι. Τουλάχιστον για τη δικιά μου γενιά και για αυτά που έχω ζήσει εγώ μέχρι στιγμής. Περάσαμε τα τέλη των nineties και (σχεδόν όλα) τα zeroes αγοράζοντας cds. Ίσως γιατί ήταν κάτι το καινούριο, ήταν πιο μικρά, πιο εύχρηστα αφού άνοιγες ένα κουτάκι, έβγαζες το cd, το έβαζες στο player και πατούσες το play. Η αλήθεια είναι πως τo πούσαραν περισσότερο και οι δισκογραφικές εταιρίες τότε. Από την άλλη πλευρά, αν ήθελες να ακούσεις κάποιο δίσκο με τον παραδοσιακό τρόπο, θα έπρεπε να σηκώνεσαι κάθε τρεις και λίγο και να αλλάζεις την πλευρά. Ο ήχος, ναι μεν, ήταν καλύτερος στο πικάπ αλλά τα zeroes ήταν γρήγορα. Σε όλους τους τομείς. Ήθελες να κάνεις κάτι και να το κάνεις γρήγορα.
Στα δισκάδικα βέβαια έχουν άλλη άποψη. Ίσως γιατί αυτό που τους απασχολεί αυτή την εποχή, την εποχή που η μουσική βιομηχανία αργοπεθαίνει είναι το ποια θα είναι η μετεξέλιξη ενός παραδοσιακού δισκάδικου την εποχή της online μουσικής και των ψηφιακών πωλήσεων. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, τα δεδομένα αλλάζουν καθημερινά και αυτό που προέχει είναι η επιβίωση. Αρα ο ρόλος από δω και πέρα, σε αυτή τη μεταβατική και παρατεταμένη περίοδο, που η μουσική παραγωγή ψάχνει να βρει τη θέση της κάνει την θέση του δισκοπωλείου ιδιαίτερα λεπτή.
Ο Κωνσταντής του Vinyl Microstore μας λέει πως «δίσκους αγοράζουν κυρίως οι μερακλήδες. Αυτοί που πάντα αγόραζαν βινύλια και πάντα θα αγοράζουν, ο κόσμος να χάλασει». Όταν τον ρωτάω ποιος δίσκος αποτελεί μπεστ σέλερ τις τελευταίες μέρες στο μαγαζί του μου λέει πως το ομώνυμο άλμπουμ των Acid Baby Jesus, που διανέμεται από την Inner Ear, φεύγει συνέχεια. Ο λόγος; Ίσως γιατί είναι Ελληνες και ο κόσμος προσπαθεί να στηρίξει το τοπικό προϊόν, να δώσει τη στήριξη του στα παιδιά που ξέρει. Επίσης μας κάνει γνωστό πως τόσα πολλά ελληνικά βινύλια δεν είχε ποτέ στο μαγαζί. «Ο κόσμος έχει καταλάβει πως το cd σαν format μουσικής είναι παρωχημένο και έχει απομυθοποιηθεί. Δεν μπορεί κάποιος, ειδικά την εποχή της κρίσης να δώσει 15-20 ευρώ για ένα πλαστικό πράγμα. Στην αντίπερα όχθη το βινύλιο θεωρείται κλασικό και έχει μια σταθερή αξία. Όλα τα καλά άλμπουμ πλέον βγαίνουν σε βινύλιο και ο κόσμος τα αγοράζει. Αυτό που έχει αλλάξει είναι το γεγονός πως οι εταιρίες βγάζουν όλο και πιο λίγα κομμάτια αφού το μίνιμουμ του δίσκου έχει πέσει. Κάποτε έβγαινε μια limited edition 5000 κομματιών, τώρα κάτι τέτοιο το βρίσκεις και σε 300 κομμάτια. Είναι όμως και λογικό, αφού το κοινό συνεχώς λιγοστεύει αν και πάντα θα υπάρχουν οι πιο παλιοί και πιο μεγάλοι σε ηλικία πελάτες που έμαθαν στο βινύλιο και δεν θα το αλλάξουν, όσα χρόνια κι αν περάσουν». Όταν τον ρωτάω ποια είναι η αναλογία δίσκων και cd που ζητά ο κόσμος στο μαγαζί του η απάντηση του με ξαφνιάζει. «Το 90% που ζητάνε είναι βινύλια. Ίσως αυτό να γίνεται γιατί η επαφή με τη βελόνα είναι ισχυρότερη από τον απρόσωπο και ψυχρό ψηφιακό ήχο».
Οντως κάπως έτσι είναι. Την ίδια περίπου σκέψη έχει και ένας συλλέκτης βινυλίων, ο δημοσιογράφος Θεοδόσης Μίχος που μαζεύει βινύλια εδώ και 15 χρόνια. Ο Θεοδόσης αγοράζει δίσκους «γιατί του αρέσει να κάθεται στον καναπέ του σαλονιού και να κοιτάζει τη δισκοθήκη του στον απέναντι τοίχο και να σκέφτεται ότι πρέπει να παραγγείλει στον μαραγκό μία ακόμη "πτέρυγα" για να τακτοποιήσει αυτά που μαζεύονται σε ντάνες στο πάτωμα». Ρωτώντας τον την άποψη του για το αν έχει ανέβει το βινύλιο έχει πάνω κάτω την ίδια αντίληψη που έχει κι ο Κωνσταντής του Vinyl Microstore. «Το κοινό που αγοράζει βινύλια είναι υπερβολικά μικρό για να επηρεάσει ουσιαστικά την πολιτική/πορεία της μουσικής βιομηχανίας».
Και αυτό γιατί όπως είπαμε και πιο πάνω, αν η μουσική βιομηχανία θέλει να επενδύσει κάπου, τότε ο τομέας που θα επενδύσει δε θα είναι το βινύλιο. Σε καμία περίπτωση. Αυτό είναι κάτι το οποίο θα κάνει σε σπάνιες και ειδικές περιπτώσεις. Όπως είναι για παράδειγμα είναι η επανακυκλοφορία ενός κλασικού δίσκου σε καλό box set εκείνη την εποχή λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Όμως, μπορεί η επένδυση στη μουσική είναι για τον πολύ κόσμο να ένα είδος πολυτελείας, ωστόσο υπάρχουν ακόμα αρκετοί έτσι ώστε να υπάρχει λόγος ύπαρξης εκδόσεων βινυλίου.
Συνομιλώντας και με τον ιδιοκτήτη του δισκάδικου Sonic Boom στην Κυψέλη, Γιώργο Φερτάκη, μάθαμε και πως ήταν τα πράγματα στο δίκτυο των μαγαζιών που πουλούσαν δίσκους δεκαπέντε χρόνια πριν, τότε που υπήρχαν 100 δισκάδικα στην Αθήνα και όχι περίπου είκοσι που είναι σήμερα. «Υπήρχε πιο οργανωμένο δίκτυο τόσο μαγαζιών όσο και συλλεκτών. Υπήρχαν βέβαια και περισσότερα χρήματα στην αγορά». Όλα είναι συνδυασμός παραγόντων. Ο Γιώργος πιστεύει πως δεν έχει ανέβει το προϊόν, αλλά επανέρχεται με αργούς ρυθμούς, παρόλο που πουλά και στο μαγαζί του σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα συγκριτικά με τα cds. «Τα ελληνικά εξαντλούνται αμέσως. Σαν μπεστ σέλερ έχω τα δύο singles των Stress, το ομώνυμο των Acid Baby Jesus και το ομώνυμο των Rain Dogs. Ολα ελληνικά». Τον ρωτώ τι πιστεύει για το γεγονός πως όλο και περισσότεροι έλληνες καλλιτέχνες κυκλοφορούν τις δουλειές τους σε βινύλιο και μας λέει πως το κάνουν επειδή «ξέρουν πως θα πουλήσουν 500-1000 αντίτυπα έτσι και βγάλουν άλμπουμ σε δίσκο. Σε cd δεν υπάρχει περίπτωση να πουλήσουν ούτε τα μισά. Και είναι κάτι που το ξέρουν και τα συγκροτήματα αλλά και οι εταιρίες».
Μιλώντας για εταιρίες, αυτές που το παλεύουν περισσότερο είναι οι ανεξάρτητες και αυτές που κινούνται στο underground. Οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρίες, που έχουν περισσότερα χρήματα και ζητούν και περισσότερα χρήματα, δεν δείχνουν να ενδιαφέρονται για πωλήσεις βινυλίου. Και είναι απόλυτα λογικό για μια εταιρία να προσέξει τη βιωσιμότητα της. Ειδικά την εποχή που οι εταιρίες σε συνεννόηση με τους καλλιτέχνες βγάζουν προς πώληση τα άλμπουμ τους στα περίπτερα για 8-10 ευρώ. Θέλουν χρήματα και τα θέλουν τώρα. Και όντως το να «κόψεις» και 1000, που λέει ο λόγος, βινύλια που θα κοστίσουν παραπάνω χρήματα από όσα θα το δώσεις στο περίπτερο δεν είναι λογικό. Αυτά όμως τα κάνουν οι πολυεθνικές.
Και για κάθε πολυεθνική που δεν πάει καλά υπάρχει μια diy ή μια ανεξάρτητη εταιρία που κάνει το κέφι της, κρατά χαμηλό προφίλ και βγάζει ενδιαφέροντα πράγματα που ξεπουλάνε.
Αυτό κάνει τα τελευταία πέντε χρόνια ο Περικλής Πιλαβάς, ιδιοκτήτης της πατρινής ανεξάρτητης δισκογραφικής Inner Ear, που έχει την τύχη να φιλοξενεί στο ρόστερ της μερικά από τα πιο σημαντικά ανεξάρτητα ονόματα της ελληνικής μουσικής σκηνής. Το label αυτό έχει βγάλει σε βινύλιο τις τελευταίες δουλειές του Θανάση Παπακωνσταντίνου, του Μανώλη Αγγελάκη, του Φοίβου Δεληβοριά, των Κόρε. Υδρο., των Last Drive, της Λένας Πλάτωνος και πολλών άλλων σπουδαίων καλλιτεχνών. Τον προηγούμενο μήνα μάλιστα επανακυκλοφόρησε σε ένα εκπληκτικό box set τις δουλειές των Villa 21 από τα eighties. Τα οποία φυσικά ξεπούλησαν αμέσως. Σχετικά με αυτό ο Περικλής είναι διαφωτιστικός. «Η επανέκδοση βινυλίων γίνεται αφενός για να κυκλοφορήσουν σε βινύλιο δίσκοι που είχαν κυκλοφορήσει μόνο σε cd αλλά και για να υπάρξουν ξανά στην αγορά δυσεύρετοι δίσκοι του παρελθόντος. Έτσι δίνεται η ευκαιρία στους μουσικόφιλους να τους αποκτήσουν σε φυσιολογική τιμή. Επανεκδόσεις όμως κάνουμε μόνο σε πράγματα τα οποία είναι αγαπημένα μας. Δεν το κάνουμε για να βγει μία σίγουρη σε πωλήσεις κυκλοφορία. Πριν από όλους είμαστε εμείς που θέλουμε να έχουμε τους συγκεκριμένους δίσκους σε βινύλιο!». Ωστόσο η ερώτηση που του θέτουμε μετά από αυτό είναι το αν η κοπή βινυλίου βάζει μέσα μια εταιρία, ειδικά αυτές τις δύσκολες οικονομικά ημέρες. «Τις περισσότερες φορές βγάζει τα έξοδα κοπής, μακέτας και mastering. Πρέπει όμως ο δίσκος να έχει μία απήχηση. Δε σημαίνει ότι όποιος βγάλει μία κυκλοφορία σε βινύλιο, έχει αμέσως στην τσέπη του τα χρήματα που έχει ξοδέψει. Ο δίσκος πρέπει να πουληθεί. Πάντως δεδομένου του υψηλού κόστους και του περιορισμένης κοπής δεν είναι ένα προϊόν που αποφέρει κέρδος».
To βινύλιo είναι το πιο όμορφο, πιστό και ολοκληρωμένο format μέσω του οποίου ο ακροατής μπορεί να απολαύσει τη μουσική που αγαπά. Γι’ αυτό άλλωστε οι πωλήσεις των δίσκων αυξάνονται σταθερά την ώρα που οι αντίστοιχες πωλήσεις σε cd πέφτουν. Όσο καλά και να πηγαίνουν οι ψηφιακές πωλήσεις, το παρόν και το μέλλον δηλαδή της μουσικής βιομηχανίας, οι άνθρωποι πάντα θα έχουν ανάγκη από ενθύμια και αναμνήσεις, κάτι που βρίσκουν στα βινύλια. Και όσο και αν προχωρά η τεχνολογία στα πικάπ, πλέον μπορείς να βρεις πικάπ με υποδοχή για iPhone, με θύρα usb ή και με «καρφωμένο» cd player πάνω του, το βινύλιο θα είναι πάντα το απτό αντικείμενο που, όπως λέει κι ο δημοσιογράφος και συλλέκτης Παναγιώτης Μένεγος "είναι hip, εντάσσεται στο πλαίσιο της ακατάσχετης vintage μανίας και αρέσει στα κορίτσια".
Πηγή: www.tovima.gr
Δημοσιεύτηκε στις 09/02/2012
Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire