Του Κώστα Βενιζέλου
Μόνο στην Κύπρο μπορεί ο «οδυνηρός συμβιβασμός» να μετεξελιχθεί σε «σημαία του αγώνα». Μόνο στην Κύπρο, φορτώνουν στην πρώτη υποχώρηση σακούλες από δώρα και στο τέλος, με εύσχημο τρόπο, αποδίδονται όλα στους αποθανόντες προκατόχους. «Γιατί θυμήθηκαν σήμερα ότι δεν τους κάνει η διζωνική», διερωτήθηκε με το σύνηθες παραπονιάρικο ύφος ο Πρόεδρος, υπονοώντας ότι αυτό γίνεται επειδή είναι ο ίδιος στην ηγεσία του τόπου. Όμως για την ιστορία, θα πρέπει να αναφερθεί πως αυτό που συμφωνήθηκε το 1977 δεν έχει καμία σχέση με αυτό που συζητείται σήμερα.
Η πρώτη υποχώρηση, που έγινε κάτω από το βάρος των πρώτων επιπτώσεων της κατοχής και τον φόβο για επιδείνωση της κατάστασης, δεν ήταν διζωνική ομοσπονδία. Η ονοματολογία άλλαξε βαθμηδόν -και δεν αφορά η αλλαγή την ταμπέλα αλλά την ουσία- καθώς έφθασαν να συζητούν «συνιστώντα κράτη», δικαιώματα σε εποίκους και εκ περιτροπής.
Ασφαλώς δεν έγιναν όλες οι υποχωρήσεις επί αυτής της διακυβέρνησης. Όμως, έχει σημασία να αναφερθεί πως στη διεθνή πολιτική, οι μεγάλες υποχωρήσεις καθορίζουν και τις κόκκινες γραμμές. Στη δική μας περίπτωση, όμως, η γραμμή μετακινείται με τρόπο που η υποχώρηση αποτελεί την υπέρτατη διεκδίκηση για την οποία γίνονται και… θυσίες. Υπερασπίζεται ως το υπέρτατο αγαθό και το όραμα για το μέλλον της χώρας.
Οι συζητήσεις γύρω από το θέμα της διζωνικής γίνεται έχοντας ένα ελαφρυντικό. Το πολιτικό σύστημα είναι συνηθισμένο να προβαίνει σε ανώφελες και επιδερμικές συζητήσεις. Απάντηση σε αυτό το ζήτημα μπορεί να δοθεί και πάλι από τους πολίτες. Μια ολόκληρη πολιτική, που κτίσθηκε στη λογική των υποχωρήσεων και της προσαρμογής στα κατοχικά δεδομένα, κατέρρευσε με το δημοψήφισμα του 2004. Το πλειοψηφικό ρεύμα στην κοινωνία απέρριψε τη φιλοσοφία και τις προσεγγίσεις της ακολουθούμενης πολιτικής, καθώς τη θεώρησε ανεφάρμοστη. Το μήνυμα δεν λήφθηκε τότε και η πολιτική δεν άλλαξε. Σήμερα μπορούν να συζητούν τα αδιέξοδά τους, ζητήματα που έπρεπε να έχουν ξεκαθαρίσει προ πολλού, αλλά διέξοδο δεν προσφέρουν. Γιατί δεν μπορούν. Κρύβονται πίσω από τις αδυναμίες τους να παραγάγουν πολιτική και να αντιμετωπίσουν κατάματα το πρόβλημα.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Κατά τ’ άλλα, ο πατριωτισμός και οι διθυραμβικές κορώνες, τελικά για κάποιους εκ των πρωταγωνιστών αρχίζουν και τελειώνουν στις μίζες. Οι μπαλκονάτοι όρκοι και οι ανένδοτοι αγώνες αφορούν τη μάσα και μόνο. Τα χουβαρνταλίκια με ξένα λεφτά και η ανάδειξη της λαμογιάς σε πολιτική πατριωτική στάση, αποτελούν πρακτική που δοκιμάζεται μέχρι οι δράστες να πιαστούν στα πράσα. Μεγαλύτερο άλλοθι για τα λαμόγια, τελικά, δεν υπάρχει, από την καταφυγή στον «πατριωτισμό».
Πηγή: Ο Φιλελεύθερος
Δημοσιεύτηκε στις 21/07/2012
Μόνο στην Κύπρο μπορεί ο «οδυνηρός συμβιβασμός» να μετεξελιχθεί σε «σημαία του αγώνα». Μόνο στην Κύπρο, φορτώνουν στην πρώτη υποχώρηση σακούλες από δώρα και στο τέλος, με εύσχημο τρόπο, αποδίδονται όλα στους αποθανόντες προκατόχους. «Γιατί θυμήθηκαν σήμερα ότι δεν τους κάνει η διζωνική», διερωτήθηκε με το σύνηθες παραπονιάρικο ύφος ο Πρόεδρος, υπονοώντας ότι αυτό γίνεται επειδή είναι ο ίδιος στην ηγεσία του τόπου. Όμως για την ιστορία, θα πρέπει να αναφερθεί πως αυτό που συμφωνήθηκε το 1977 δεν έχει καμία σχέση με αυτό που συζητείται σήμερα.
Η πρώτη υποχώρηση, που έγινε κάτω από το βάρος των πρώτων επιπτώσεων της κατοχής και τον φόβο για επιδείνωση της κατάστασης, δεν ήταν διζωνική ομοσπονδία. Η ονοματολογία άλλαξε βαθμηδόν -και δεν αφορά η αλλαγή την ταμπέλα αλλά την ουσία- καθώς έφθασαν να συζητούν «συνιστώντα κράτη», δικαιώματα σε εποίκους και εκ περιτροπής.
Ασφαλώς δεν έγιναν όλες οι υποχωρήσεις επί αυτής της διακυβέρνησης. Όμως, έχει σημασία να αναφερθεί πως στη διεθνή πολιτική, οι μεγάλες υποχωρήσεις καθορίζουν και τις κόκκινες γραμμές. Στη δική μας περίπτωση, όμως, η γραμμή μετακινείται με τρόπο που η υποχώρηση αποτελεί την υπέρτατη διεκδίκηση για την οποία γίνονται και… θυσίες. Υπερασπίζεται ως το υπέρτατο αγαθό και το όραμα για το μέλλον της χώρας.
Οι συζητήσεις γύρω από το θέμα της διζωνικής γίνεται έχοντας ένα ελαφρυντικό. Το πολιτικό σύστημα είναι συνηθισμένο να προβαίνει σε ανώφελες και επιδερμικές συζητήσεις. Απάντηση σε αυτό το ζήτημα μπορεί να δοθεί και πάλι από τους πολίτες. Μια ολόκληρη πολιτική, που κτίσθηκε στη λογική των υποχωρήσεων και της προσαρμογής στα κατοχικά δεδομένα, κατέρρευσε με το δημοψήφισμα του 2004. Το πλειοψηφικό ρεύμα στην κοινωνία απέρριψε τη φιλοσοφία και τις προσεγγίσεις της ακολουθούμενης πολιτικής, καθώς τη θεώρησε ανεφάρμοστη. Το μήνυμα δεν λήφθηκε τότε και η πολιτική δεν άλλαξε. Σήμερα μπορούν να συζητούν τα αδιέξοδά τους, ζητήματα που έπρεπε να έχουν ξεκαθαρίσει προ πολλού, αλλά διέξοδο δεν προσφέρουν. Γιατί δεν μπορούν. Κρύβονται πίσω από τις αδυναμίες τους να παραγάγουν πολιτική και να αντιμετωπίσουν κατάματα το πρόβλημα.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Κατά τ’ άλλα, ο πατριωτισμός και οι διθυραμβικές κορώνες, τελικά για κάποιους εκ των πρωταγωνιστών αρχίζουν και τελειώνουν στις μίζες. Οι μπαλκονάτοι όρκοι και οι ανένδοτοι αγώνες αφορούν τη μάσα και μόνο. Τα χουβαρνταλίκια με ξένα λεφτά και η ανάδειξη της λαμογιάς σε πολιτική πατριωτική στάση, αποτελούν πρακτική που δοκιμάζεται μέχρι οι δράστες να πιαστούν στα πράσα. Μεγαλύτερο άλλοθι για τα λαμόγια, τελικά, δεν υπάρχει, από την καταφυγή στον «πατριωτισμό».
Πηγή: Ο Φιλελεύθερος
Δημοσιεύτηκε στις 21/07/2012
Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire