Οι μαύρες μέρες του ’74 ξαναζωντανεύουν
κάθε καλοκαίρι για όσους τις βίωσαν
Της Μαριλένας Παναγή
Νιώθω αδύναμη να εκφέρω άποψη, νιώθω ανίκανη να κατανοήσω.
Βλέπω όμως τον συνάδελφο να συννεφιάζει κάθε που μπαίνει ο Ιούλης.
Βουρκώνουν τα μάτια μου μαζί με τα μάτια ενός φίλου την ώρα που μου
αφηγείται τα όσα ως παιδί έζησε τις μαύρες μέρες του καλοκαιριού του
1974. Κοιτάζω αλλού, νιώθοντας πολύ «μικρή» την ώρα που ακούω μια φίλη
να θυμάται και να μιλά για τον αγνοούμενο αδελφό της. Εγώ δεν έχω
δικές μου μνήμες από τότε γι’ αυτό και η συγγραφή τούτου του κειμένου
μου, μοιάζει βουνό. Προσπαθώ λοιπόν να μπω στα μάτια των φίλων μου.
Των ανθρώπων που ζω και εργάζομαι μαζί τους εδώ και πολλά χρόνια. Των
ανθρώπων που μαζί τους μοιράζομαι χαρές, προβληματισμούς, λύπες και
σκοτούρες της καθημερινότητας. Τους παρακολουθώ που φαινομενικά ζουν
κανονικά τη ζωή τους. Έχουν τις οικογένειές τους, τα σπίτια τους, μια
καλή δουλειά. Ζουν όπως κι εγώ.
Μόνο... μόνο που το καλοκαίρι τούς πιάνει κάποιες στιγμές μια κακοκεφιά κι άλλοτε κλείνονται στον εαυτό τους, άλλοτε θυμώνουν με το παραμικρό και κάποτε απλώς ξεσπούν για ασήμαντα πράγματα. Κι όταν πλησιάζουν οι μαύρες επέτειοι αρχίζουν να ενοχλούνται, όσο κι αν οι ίδιοι δεν το καταλαβαίνουν, από τις ομιλίες, τα εμβατήρια και τις μεγάλες κουβέντες. Λες και γίνονται και πάλι παιδιά και το μυαλό τους δεν αντέχει να επιστρέψει σε εκείνες τις μέρες που έζησαν κάτω από ένα δέντρο γεμάτοι απορίες. Σε εκείνες τις μέρες που στοιβάχτηκαν μαζί με καμιά εικοσαριά άλλους στα δωμάτια ενός γιαπιού, σε εκείνες τις μέρες που έβλεπαν τη μητέρα, τη θεία, τη γιαγιά τους να περιμένουν με αγωνία τα νέα του πατέρα, του συζύγου, του αδελφού που βρισκόταν στο μέτωπο.
Κάποτε πνιγμένη κι εγώ στην καθημερινότητα τούς ρωτώ αν τους απασχολεί κάτι. Όχι απαντούν. Ούτε και οι ίδιοι δεν το καταλαβαίνουν. «Αποφευκτικοί μηχανισμοί άμυνας» το λένε οι ψυχολόγοι. Αν τους δώσεις όμως την παραμικρή αφορμή, αν τους ζητήσεις την οποιαδήποτε στιγμή, την οποιαδήποτε ώρα και μέρα του χρόνου να σου πουν για τις μέρες του πραξικοπήματος και της εισβολής, αρχίζουν να σου μιλούν και τους βλέπεις πως ακόμα και σήμερα, τόσα χρόνια, μετά τα μάτια τους βουρκώνουν. Ήταν παιδιά κι όμως οι λεπτομέρειες που θυμούνται σε τρομάζουν. Περιγράφουν, αφήνουν ένα δάκρυ να κυλήσει, σταματούν, το μαζεύουν, παίρνουν ανάσα και συνεχίζουν. Όταν τελειώσει η συνομιλία, επιστρέφουν και πάλι κανονικά στη δουλειά και την καθημερινότητά τους. Το τι ομολογούν, το τι κρατούν για τους εαυτούς τους κανείς δεν γνωρίζει. Ίσως ούτε και οι ίδιοι. «Φύγαμε ολόκληρο το σόι πάνω σε ένα τράκτορ», μου λέει ο συνάδελφος και μετά
Σκέφτεται λίγο και συνεχίζει. «Ξέρεις, το δύσκολο δεν ήταν όταν μείναμε
εκείνες τις ημέρες κάτω από τα δέντρα. Το πιο δύσκολο ήταν όταν
αρχίσαμε να χωριζόμαστε. Εκείνο ήταν το μεγάλο πλήγμα που τουλάχιστον
εμένα ως παιδί με σημάδεψε. Μάθαμε να ζούμε όλοι μαζί, θείες, θείοι και
ξαδέλφια στο χωριό μας με εκείνο τον παραδοσιακό τρόπο και ξαφνικά,
ξαφνικά βρεθήκαμε κάτω από τα δέντρα και στη συνέχεια άλλοι τράβηξαν
κατά τη Λεμεσό, άλλοι κατά τη Λευκωσία, άλλοι κατά τη Λάρνακα και
χαθήκαμε».
Όσο για τους παιδικούς φίλους και το σχολείο, λέει ένας άλλος φίλος, «άστα. Μέχρι που να καταλήξουμε στον συνοικισμό, πηγαίναμε από πόλη σε πόλη και κάθε φορά άλλαζα και σχολείο και φίλους. Στο τέλος έχασα και τα ξαδέλφια μου και άντε τώρα να έχεις στέρεες παιδικές αναμνήσεις». Και το χειρότερο... «το χειρότερο είναι ότι αν με ρωτήσεις τώρα να σου πω πότε κατάλαβα ότι δεν υπήρχε επιστροφή δεν ξέρω να σου πω», προσθέτει η φίλη μου. Το κεφάλαιο επιστροφή δεν έχει τελειώσει για κανένα. Το κεφάλαιο ψυχή και μυαλό των ανθρώπων που έζησαν την τραγωδία ως παιδιά, δεν έχει κλείσει. Απλώς «κοιμάται». Είναι εκεί και «ξυπνά» με κάθε ερέθισμα. Η πληγή, δεν έχει κλείσει, απλώς την περιθάλπουμε και πού και πού κακοφορμίζει αλλά και πάλι επουλώνεται. Οι δικοί μου πρόσφυγες φίλοι είναι μόνο μερικές μονάδες ανάμεσα στις χιλιάδες των παιδιών και εφήβων του καλοκαιριού του ’74. Είναι όμως και μόνο μερικές μονάδες από τις χιλιάδες των ενήλικων πλέον, επαγγελματιών, οικογενειαρχών και ενεργών πολιτών που συνθέτουν τη σύγχρονη κυπριακή κοινωνία, κουβαλώντας πάντα μέσα τους τα τραύματα των 5, των 7, των 15 τους χρόνων.
«Είμαι κι εγώ ένα από εκείνα τα παιδιά», ήταν η πρώτη κουβέντα που άκουσα από τον καθηγητή κλινικής ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Λευκωσίας Στέλιο Γεωργιάδη. «Και είναι γεγονός ότι άνθρωποι που έζησαν τέτοιες εμπειρίες, τις καταχωνιάζουν συχνά σε ένα μέρος του μυαλού τους και αποφεύγουν ακόμα και να τις σκεφτούν γιατί τους πονούν. Όταν όμως το ερέθισμα είναι έντονο και αναπόφευκτο τότε οι μνήμες εισβάλλουν και εισρέουν σαν χείμαρρος και εκτός του ότι τους παίρνουν σε εκείνο το τραυματικό παρελθόν επαναβιώνουν και όλα τα συναισθήματα φόβου, άγχους, πένθους και θλίψης που βίωσαν τότε.
Ο ίδιος ο δρ Γεωργιάδης, χρησιμοποιεί παράδειγμα από την δική του εμπειρία για να με κάνει να κατανοήσω καλύτερα αυτά, που ως επιστήμονας πλέον εξηγεί:
«Το ’74 ο ήχος από τα αεροπλάνα και τις βόμβες που έριχναν ήταν πολύ έντονος. Μετά και επειδή καταλήφθηκε το αεροδρόμιο της Λευκωσίας, εμείς που ζούσαμε στη Λευκωσία δεν ακούγαμε αεροπλάνα και έτσι η μνήμη αυτή, ξεθώριασε. Όταν όμως αργότερα ζούσα στην Αγγλία, περνούσαν πάνω από το σπίτι μου αεροπλάνα αλλά εκείνο που θυμάμαι χαρακτηριστικά ήταν μια τακτική πτήση στις 4:30 το ξημέρωμα. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσες φορές ξύπνησα λουσμένος με κρύο ιδρώτα και ταχυπαλμία επειδή εκείνο το αεροπλάνο με έπαιρνε πίσω στην εισβολή».
Πρόκειται, εξηγεί, «για τραύματα τα οποία είναι καταχωνιασμένα μέσα μας και δεν τα βγάζουμε στην επιφάνεια. Όμως είναι εκεί και όταν υπάρξει ερέθισμα γυρίζουν πίσω τη μνήμη». Δεν είναι τυχαίο προσθέτει, «ότι το 2003 όσοι έζησαν το άνοιγμα των οδοφραγμάτων επέστρεψαν στις μνήμες της εισβολής. Το άνοιγμα των οδοφραγμάτων ήταν το ερέθισμα για να επαναφέρουν τα όσα έζησαν τότε».
- Και οι επέτειοι τα καλοκαίρια αποτελούν ένα τέτοιο ερέθισμα; - «Σίγουρα. Μια τέτοια επέτειος είναι πάντα τραυματική διότι γίνονται πιο έντονες οι μνήμες. Και βλέπουμε άτομα, τα οποία κανονικά συνεχίζουν τη ζωή τους, αυτές τις μέρες να θυμούνται και να βιώνουν ξανά εκείνες τις μέρες έστω κι αν έχουν περάσει τόσα χρόνια».
Ο καθένας, συνεχίζει ο δρ Γεωργιάδης, «πάντα κρατά κάποιες τραυματικές προσωπικές μνήμες ή λεπτομέρειες από αυτές στο μυαλό του» και προσθέτει: «Ένα γεγονός, όπως η εισβολή του ’74 χαρακτηρίζεται ως “γενικό” και τέτοια συμβάντα μπορούν να είναι επίσης, οι σεισμοί, μια θεομηνία ή και όπως και στην περίπτωσή μας ο πόλεμος. Δηλαδή είναι ένα γεγονός το οποίο βιώνουν πολλοί μαζί. Επειδή λοιπόν το βιώνουν όλοι μαζί, ο καθένας έχει συχνά την ευκαιρία να μιλήσει, να ξεσπάσει, να τοποθετηθεί. Γι’ αυτό και ας πούμε, “ξεθυμαίνει” ή πιο σωστά υπάρχει μια συνεχής “συναισθηματική επεξεργασία”. Ας μην ξεχνάμε ότι έχουμε και τη σημαία του ψευδοκράτους και τον Πενταδάκτυλο που τον βλέπουμε και έτσι εύκολα δίνεται η ευκαιρία να συζητάμε μεταξύ μας. Ωστόσο, εκτός από το “γενικό τραύμα”, ο καθένας πάντοτε κρατά μέσα του κάποιες λεπτομέρειες, κάποιες πολύ προσωπικές εμπειρίες, κάποια αποκλειστικά δικά του τραύματα. Όταν λοιπόν τού δοθεί το ερέθισμα επαναφέρει αυτό το προσωπικό του κομμάτι, και επειδή ακριβώς είναι δικό του και συναισθηματικά ανεπεξέργαστο μπορεί να προκαλέσει έντονες ψυχολογικές αντιδράσεις.
Για παράδειγμα όσοι πήγαν στα κατεχόμενα μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων εκείνο που έφεραν στη μνήμη τους, ήταν εκείνες οι προσωπικές λεπτομέρειες που έχουν καταχωνιασμένες μέσα τους. Είναι και κάποιοι που δεν πήγαν στα κατεχόμενα όμως και πάλι ανακαλούν τις προσωπικές τους μνήμες επειδή πλέον βλέπουν τους Τουρκοκύπριους στις ελεύθερες περιοχές και ακούνε την τουρκική γλώσσα».
Μόνο... μόνο που το καλοκαίρι τούς πιάνει κάποιες στιγμές μια κακοκεφιά κι άλλοτε κλείνονται στον εαυτό τους, άλλοτε θυμώνουν με το παραμικρό και κάποτε απλώς ξεσπούν για ασήμαντα πράγματα. Κι όταν πλησιάζουν οι μαύρες επέτειοι αρχίζουν να ενοχλούνται, όσο κι αν οι ίδιοι δεν το καταλαβαίνουν, από τις ομιλίες, τα εμβατήρια και τις μεγάλες κουβέντες. Λες και γίνονται και πάλι παιδιά και το μυαλό τους δεν αντέχει να επιστρέψει σε εκείνες τις μέρες που έζησαν κάτω από ένα δέντρο γεμάτοι απορίες. Σε εκείνες τις μέρες που στοιβάχτηκαν μαζί με καμιά εικοσαριά άλλους στα δωμάτια ενός γιαπιού, σε εκείνες τις μέρες που έβλεπαν τη μητέρα, τη θεία, τη γιαγιά τους να περιμένουν με αγωνία τα νέα του πατέρα, του συζύγου, του αδελφού που βρισκόταν στο μέτωπο.
Κάποτε πνιγμένη κι εγώ στην καθημερινότητα τούς ρωτώ αν τους απασχολεί κάτι. Όχι απαντούν. Ούτε και οι ίδιοι δεν το καταλαβαίνουν. «Αποφευκτικοί μηχανισμοί άμυνας» το λένε οι ψυχολόγοι. Αν τους δώσεις όμως την παραμικρή αφορμή, αν τους ζητήσεις την οποιαδήποτε στιγμή, την οποιαδήποτε ώρα και μέρα του χρόνου να σου πουν για τις μέρες του πραξικοπήματος και της εισβολής, αρχίζουν να σου μιλούν και τους βλέπεις πως ακόμα και σήμερα, τόσα χρόνια, μετά τα μάτια τους βουρκώνουν. Ήταν παιδιά κι όμως οι λεπτομέρειες που θυμούνται σε τρομάζουν. Περιγράφουν, αφήνουν ένα δάκρυ να κυλήσει, σταματούν, το μαζεύουν, παίρνουν ανάσα και συνεχίζουν. Όταν τελειώσει η συνομιλία, επιστρέφουν και πάλι κανονικά στη δουλειά και την καθημερινότητά τους. Το τι ομολογούν, το τι κρατούν για τους εαυτούς τους κανείς δεν γνωρίζει. Ίσως ούτε και οι ίδιοι. «Φύγαμε ολόκληρο το σόι πάνω σε ένα τράκτορ», μου λέει ο συνάδελφος και μετά
Ο
καθηγητής κλινικής ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Λευκωσίας δρ Στέλιος
Γεωργιάδης αναλύει στον «Φ» την επαναβίωση του τραυματικού παρελθόντος.
Όσο για τους παιδικούς φίλους και το σχολείο, λέει ένας άλλος φίλος, «άστα. Μέχρι που να καταλήξουμε στον συνοικισμό, πηγαίναμε από πόλη σε πόλη και κάθε φορά άλλαζα και σχολείο και φίλους. Στο τέλος έχασα και τα ξαδέλφια μου και άντε τώρα να έχεις στέρεες παιδικές αναμνήσεις». Και το χειρότερο... «το χειρότερο είναι ότι αν με ρωτήσεις τώρα να σου πω πότε κατάλαβα ότι δεν υπήρχε επιστροφή δεν ξέρω να σου πω», προσθέτει η φίλη μου. Το κεφάλαιο επιστροφή δεν έχει τελειώσει για κανένα. Το κεφάλαιο ψυχή και μυαλό των ανθρώπων που έζησαν την τραγωδία ως παιδιά, δεν έχει κλείσει. Απλώς «κοιμάται». Είναι εκεί και «ξυπνά» με κάθε ερέθισμα. Η πληγή, δεν έχει κλείσει, απλώς την περιθάλπουμε και πού και πού κακοφορμίζει αλλά και πάλι επουλώνεται. Οι δικοί μου πρόσφυγες φίλοι είναι μόνο μερικές μονάδες ανάμεσα στις χιλιάδες των παιδιών και εφήβων του καλοκαιριού του ’74. Είναι όμως και μόνο μερικές μονάδες από τις χιλιάδες των ενήλικων πλέον, επαγγελματιών, οικογενειαρχών και ενεργών πολιτών που συνθέτουν τη σύγχρονη κυπριακή κοινωνία, κουβαλώντας πάντα μέσα τους τα τραύματα των 5, των 7, των 15 τους χρόνων.
«Είμαι κι εγώ ένα από εκείνα τα παιδιά», ήταν η πρώτη κουβέντα που άκουσα από τον καθηγητή κλινικής ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Λευκωσίας Στέλιο Γεωργιάδη. «Και είναι γεγονός ότι άνθρωποι που έζησαν τέτοιες εμπειρίες, τις καταχωνιάζουν συχνά σε ένα μέρος του μυαλού τους και αποφεύγουν ακόμα και να τις σκεφτούν γιατί τους πονούν. Όταν όμως το ερέθισμα είναι έντονο και αναπόφευκτο τότε οι μνήμες εισβάλλουν και εισρέουν σαν χείμαρρος και εκτός του ότι τους παίρνουν σε εκείνο το τραυματικό παρελθόν επαναβιώνουν και όλα τα συναισθήματα φόβου, άγχους, πένθους και θλίψης που βίωσαν τότε.
Ο ίδιος ο δρ Γεωργιάδης, χρησιμοποιεί παράδειγμα από την δική του εμπειρία για να με κάνει να κατανοήσω καλύτερα αυτά, που ως επιστήμονας πλέον εξηγεί:
«Το ’74 ο ήχος από τα αεροπλάνα και τις βόμβες που έριχναν ήταν πολύ έντονος. Μετά και επειδή καταλήφθηκε το αεροδρόμιο της Λευκωσίας, εμείς που ζούσαμε στη Λευκωσία δεν ακούγαμε αεροπλάνα και έτσι η μνήμη αυτή, ξεθώριασε. Όταν όμως αργότερα ζούσα στην Αγγλία, περνούσαν πάνω από το σπίτι μου αεροπλάνα αλλά εκείνο που θυμάμαι χαρακτηριστικά ήταν μια τακτική πτήση στις 4:30 το ξημέρωμα. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσες φορές ξύπνησα λουσμένος με κρύο ιδρώτα και ταχυπαλμία επειδή εκείνο το αεροπλάνο με έπαιρνε πίσω στην εισβολή».
Πρόκειται, εξηγεί, «για τραύματα τα οποία είναι καταχωνιασμένα μέσα μας και δεν τα βγάζουμε στην επιφάνεια. Όμως είναι εκεί και όταν υπάρξει ερέθισμα γυρίζουν πίσω τη μνήμη». Δεν είναι τυχαίο προσθέτει, «ότι το 2003 όσοι έζησαν το άνοιγμα των οδοφραγμάτων επέστρεψαν στις μνήμες της εισβολής. Το άνοιγμα των οδοφραγμάτων ήταν το ερέθισμα για να επαναφέρουν τα όσα έζησαν τότε».
- Και οι επέτειοι τα καλοκαίρια αποτελούν ένα τέτοιο ερέθισμα; - «Σίγουρα. Μια τέτοια επέτειος είναι πάντα τραυματική διότι γίνονται πιο έντονες οι μνήμες. Και βλέπουμε άτομα, τα οποία κανονικά συνεχίζουν τη ζωή τους, αυτές τις μέρες να θυμούνται και να βιώνουν ξανά εκείνες τις μέρες έστω κι αν έχουν περάσει τόσα χρόνια».
Ο καθένας, συνεχίζει ο δρ Γεωργιάδης, «πάντα κρατά κάποιες τραυματικές προσωπικές μνήμες ή λεπτομέρειες από αυτές στο μυαλό του» και προσθέτει: «Ένα γεγονός, όπως η εισβολή του ’74 χαρακτηρίζεται ως “γενικό” και τέτοια συμβάντα μπορούν να είναι επίσης, οι σεισμοί, μια θεομηνία ή και όπως και στην περίπτωσή μας ο πόλεμος. Δηλαδή είναι ένα γεγονός το οποίο βιώνουν πολλοί μαζί. Επειδή λοιπόν το βιώνουν όλοι μαζί, ο καθένας έχει συχνά την ευκαιρία να μιλήσει, να ξεσπάσει, να τοποθετηθεί. Γι’ αυτό και ας πούμε, “ξεθυμαίνει” ή πιο σωστά υπάρχει μια συνεχής “συναισθηματική επεξεργασία”. Ας μην ξεχνάμε ότι έχουμε και τη σημαία του ψευδοκράτους και τον Πενταδάκτυλο που τον βλέπουμε και έτσι εύκολα δίνεται η ευκαιρία να συζητάμε μεταξύ μας. Ωστόσο, εκτός από το “γενικό τραύμα”, ο καθένας πάντοτε κρατά μέσα του κάποιες λεπτομέρειες, κάποιες πολύ προσωπικές εμπειρίες, κάποια αποκλειστικά δικά του τραύματα. Όταν λοιπόν τού δοθεί το ερέθισμα επαναφέρει αυτό το προσωπικό του κομμάτι, και επειδή ακριβώς είναι δικό του και συναισθηματικά ανεπεξέργαστο μπορεί να προκαλέσει έντονες ψυχολογικές αντιδράσεις.
Για παράδειγμα όσοι πήγαν στα κατεχόμενα μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων εκείνο που έφεραν στη μνήμη τους, ήταν εκείνες οι προσωπικές λεπτομέρειες που έχουν καταχωνιασμένες μέσα τους. Είναι και κάποιοι που δεν πήγαν στα κατεχόμενα όμως και πάλι ανακαλούν τις προσωπικές τους μνήμες επειδή πλέον βλέπουν τους Τουρκοκύπριους στις ελεύθερες περιοχές και ακούνε την τουρκική γλώσσα».
Κληρονομικό το μετατραυματικό στρες
Όσο κι αν νομίζουμε ότι οι τραυματικές εμπειρίες του ’74 αφορούν μόνο
τη γενιά που τις έζησε και τις θυμάται, αυτό δεν είναι αλήθεια. Οι
ψυχολόγοι τείνουν να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι το τραύμα είναι
«κληρονομικό» και περνά από γενιά σε γενιά μέσα από τις αφηγήσεις και
τα βιώματα των πρωταγωνιστών του.
Στο γειτονικό μας Ισραήλ, σειρά μελετών δείχνουν κατ’ επανάληψη το φαινόμενο, τα παιδιά και τώρα τα εγγόνια των Εβραίων που έζησαν στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως να παρουσιάζουν συμπτώματα τυπικά της διαταραχής μετατραυματικού στρες. Δηλαδή μέσα από τις αφηγήσεις των γονιών και των παππούδων τους βιώνουν αυτά που οι άλλοι έζησαν. Και αυτό, μάλλον οφείλεται στο ότι το Ισραήλ συνεχίζει να βρίσκεται σε μια εμπόλεμη κατάσταση που ερεθίζει και δίνει υπόσταση στις αφηγήσεις των τραυματικών εμπειριών αυτών που τις έζησαν μεταφέροντας στις επόμενες γενιές το δικό τους τύπου δύο τραύμα σε τραύμα τύπου τρία. Εμείς εδώ στην Κύπρο το ξεχνάμε αλλά κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στην περίπτωσή μας. Εκείνο το τραύμα που δημιουργήθηκε το ’74 δεν έχει σταματήσει σε αυτούς που το έζησαν και παράλληλα, ούτε το πρόβλημα λύθηκε και η Κύπρος συνεχίζει να βρίσκεται σε κατάσταση εκεχειρίας. Όσο υπάρχει λοιπόν το πρόβλημα, κι όσο το «κεφάλαιο» δεν κλείνει, το τραύμα μεταφέρεται, «κληρονομείται» μέσα από τις αφηγήσεις, μέσα από το ίδιο το πρόβλημα από γενιά σε γενιά. Αν λυθεί το πρόβλημα σιγά-σιγά και οι αφηγήσεις θα σταματήσουν να υπάρχουν κι έτσι το τραύμα θα ξεθωριάσει κι αυτό».
Στο γειτονικό μας Ισραήλ, σειρά μελετών δείχνουν κατ’ επανάληψη το φαινόμενο, τα παιδιά και τώρα τα εγγόνια των Εβραίων που έζησαν στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως να παρουσιάζουν συμπτώματα τυπικά της διαταραχής μετατραυματικού στρες. Δηλαδή μέσα από τις αφηγήσεις των γονιών και των παππούδων τους βιώνουν αυτά που οι άλλοι έζησαν. Και αυτό, μάλλον οφείλεται στο ότι το Ισραήλ συνεχίζει να βρίσκεται σε μια εμπόλεμη κατάσταση που ερεθίζει και δίνει υπόσταση στις αφηγήσεις των τραυματικών εμπειριών αυτών που τις έζησαν μεταφέροντας στις επόμενες γενιές το δικό τους τύπου δύο τραύμα σε τραύμα τύπου τρία. Εμείς εδώ στην Κύπρο το ξεχνάμε αλλά κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στην περίπτωσή μας. Εκείνο το τραύμα που δημιουργήθηκε το ’74 δεν έχει σταματήσει σε αυτούς που το έζησαν και παράλληλα, ούτε το πρόβλημα λύθηκε και η Κύπρος συνεχίζει να βρίσκεται σε κατάσταση εκεχειρίας. Όσο υπάρχει λοιπόν το πρόβλημα, κι όσο το «κεφάλαιο» δεν κλείνει, το τραύμα μεταφέρεται, «κληρονομείται» μέσα από τις αφηγήσεις, μέσα από το ίδιο το πρόβλημα από γενιά σε γενιά. Αν λυθεί το πρόβλημα σιγά-σιγά και οι αφηγήσεις θα σταματήσουν να υπάρχουν κι έτσι το τραύμα θα ξεθωριάσει κι αυτό».
- Στον γενικό πληθυσμό των ενηλίκων σήμερα προσφύγων βλέπουμε να υπάρχουν κατάλοιπα;
- «Βεβαίως υπάρχουν. Άτομα που ζουν παρόμοιες καταστάσεις στη συνέχεια παρουσιάζουν έντονο άγχος, ανασφάλεια και κάποιες φορές παθητικότητα για τα όσα συμβαίνουν αφού θεωρούν πως δεν έχουν έλεγχο σε γεγονότα τα οποία επηρεάζουν τη ζωή τους και δεν πρόκειται να πετύχουν κάτι έστω κι αν αντιδράσουν. Απλά προσπαθούν να αυτοπροστατευθούν είτε μέσα από την ανάπτυξη μιας δυσλειτουργικής αποφυγής είτε με στοχευμένες κινήσεις ανάπτυξης του αισθήματος της ασφάλειας. Αυτές οι αντιδράσεις σιγά σιγά διεισδύουν σε κοινωνικές και κατ’ επέκτασιν σε πολιτικές συμπεριφορές. Ας σκεφτούμε μόνο ότι σε πολιτικό επίπεδο οι κινήσεις της Κύ
πρου τις τελευταίες δεκαετίες περιστρέφονται γύρω από το Κυπριακό με έναν πολύ στοχευμένο τρόπο. Για παράδειγμα μπήκαμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στην Ευρωζώνη, συνήψαμε συμφωνίες οικονομικές ή στρατιωτικές έχοντας ως μακροπρόθεσμο στόχο την προώθηση λύσης. Βραχυπρόθεσμα όμως στόχος τέτοιων συμπεριφορών είναι η ανάπτυξη του αισθήματος ασφάλειας. Γνωρίζοντας ότι έχουμε φίλους, συμμάχους και ότι ανήκουμε σε μια ευρύτερη οικογένεια, την Ευρώπη που σε περίπτωση πολέμου θα μας προστατεύσει, δημιουργεί άλλη ψυχοδυναμική. Από την άλλη υπάρχουν και άτομα τα οποία έζησαν αυτό το τραύμα και στη συνέχεια την ασφάλεια τους την αναπτύσσουν μέσα από την ανάγκη για απόκτηση υλικών αγαθών. Μήπως αυτό και πάλι, δεν μας χαρακτηρίζει γενικά ως κοινωνία;».
ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ της ψυχολογίας, οι αντιδράσεις του ατόμου που βιώνει
ένα τραυματικό γεγονός το οποίο στη βάση του απείλησε τη ζωή ή την
υπόσταση του ατόμου και του αφαίρεσε το αίσθημα ελέγχου στη ζωή του
εμπίπτουν στη διαγνωστική κατηγορία τού «μετατραυματικού στρες».
Το μετατραυματικό στρες, παρουσιάζεται στο 15% των ατόμων που ζουν παρόμοια γεγονότα και όπως διαφαίνεται από διεθνείς έρευνες, από αυτό το 15%, κάποιοι (γύρω στο 15%) δεν επιστρέφουν ποτέ στο προτραυματικό στάδιο.
Το «τραύμα» έχει τρεις διαφορετικούς τύπους εξηγεί ο δρ Γεωργιάδης. Ο πρώτος τύπος αφορά ένα μεμονωμένο συμβάν. Δηλαδή ένα δυστύχημα, έναν βιασμό που συνέβη μια φορά. Ο δεύτερος τύπος, που είναι ίσως και ο πιο δύσκολος τύπος τραύματος αφορά το επαναλαμβανόμενο τραύμα, όπως είναι για παράδειγμα μια επαναλαμβανόμενη σεξουαλική κακοποίηση ή τα συνεχή βασανιστήρια σε αιχμαλώτους πολέμου. Ο τρίτος τύπος αφορά την έμμεση εμπειρία. Δηλαδή μια εμπειρία την οποία ενώ δεν τη βιώσαμε την ενσωματώνουμε σαν να είναι δική μας μέσα από τις αφηγήσεις άλλων ή τηλεοπτικές παρουσιάσεις. Αυτό το τραύμα συχνά «ενσωματώνεται» στην κοινωνία. Ο κόσμος δεν το συζητά εκτεταμένα διότι νιώθει ότι δεν μπορεί να το κάνει και έτσι του μένουν κατάλοιπα με τα οποία δεν ασχολείται, απλώς τα κρύβει και κάποτε παρουσιάζονται ως παθητικότητα.
Για παράδειγμα, «το 1996 όταν είχαμε τις δολοφονίες των Ισαάκ και Σολωμού. Ολόκληρη η Κύπρος καθόταν στον καναπέ της μπροστά από την τηλεόραση και έβλεπε δύο ανθρώπους να σκοτώνονται. Τι έγινε; Τίποτα. Ποιος αντέδρασε; Κανένας. Η πλειοψηφία παρακολουθούσε παθητικά εκείνες τις εικόνες. Παρόμοιο γεγονός είχε συμβεί και στην Αγγλία όταν η τηλεόραση μετέδιδε σε απευθείας μετάδοση ένα πλοίο το οποίο βούλιαζε και βλέπαμε ανθρώπους να πηδούν για να σωθούν, να τρέχουν, να πνίγονται. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσα άτομα στην Αγγλία είχαν παρουσιάσει σοβαρά «τραύματα» τρίτου τύπου. Πολλά από αυτά τα άτομα αργότερα αποζημιώθηκαν από την πλοιοκτήτρια εταιρεία σχεδόν όπως και οι επιβαίνοντες του πλοίου επειδή ακριβώς υποχρεώθηκαν να παρακολουθήσουν σε ανύποπτο χρόνο από τον καναπέ τους τις συγκεκριμένες σκηνές».
Το μετατραυματικό στρες, παρουσιάζεται στο 15% των ατόμων που ζουν παρόμοια γεγονότα και όπως διαφαίνεται από διεθνείς έρευνες, από αυτό το 15%, κάποιοι (γύρω στο 15%) δεν επιστρέφουν ποτέ στο προτραυματικό στάδιο.
Το «τραύμα» έχει τρεις διαφορετικούς τύπους εξηγεί ο δρ Γεωργιάδης. Ο πρώτος τύπος αφορά ένα μεμονωμένο συμβάν. Δηλαδή ένα δυστύχημα, έναν βιασμό που συνέβη μια φορά. Ο δεύτερος τύπος, που είναι ίσως και ο πιο δύσκολος τύπος τραύματος αφορά το επαναλαμβανόμενο τραύμα, όπως είναι για παράδειγμα μια επαναλαμβανόμενη σεξουαλική κακοποίηση ή τα συνεχή βασανιστήρια σε αιχμαλώτους πολέμου. Ο τρίτος τύπος αφορά την έμμεση εμπειρία. Δηλαδή μια εμπειρία την οποία ενώ δεν τη βιώσαμε την ενσωματώνουμε σαν να είναι δική μας μέσα από τις αφηγήσεις άλλων ή τηλεοπτικές παρουσιάσεις. Αυτό το τραύμα συχνά «ενσωματώνεται» στην κοινωνία. Ο κόσμος δεν το συζητά εκτεταμένα διότι νιώθει ότι δεν μπορεί να το κάνει και έτσι του μένουν κατάλοιπα με τα οποία δεν ασχολείται, απλώς τα κρύβει και κάποτε παρουσιάζονται ως παθητικότητα.
Για παράδειγμα, «το 1996 όταν είχαμε τις δολοφονίες των Ισαάκ και Σολωμού. Ολόκληρη η Κύπρος καθόταν στον καναπέ της μπροστά από την τηλεόραση και έβλεπε δύο ανθρώπους να σκοτώνονται. Τι έγινε; Τίποτα. Ποιος αντέδρασε; Κανένας. Η πλειοψηφία παρακολουθούσε παθητικά εκείνες τις εικόνες. Παρόμοιο γεγονός είχε συμβεί και στην Αγγλία όταν η τηλεόραση μετέδιδε σε απευθείας μετάδοση ένα πλοίο το οποίο βούλιαζε και βλέπαμε ανθρώπους να πηδούν για να σωθούν, να τρέχουν, να πνίγονται. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσα άτομα στην Αγγλία είχαν παρουσιάσει σοβαρά «τραύματα» τρίτου τύπου. Πολλά από αυτά τα άτομα αργότερα αποζημιώθηκαν από την πλοιοκτήτρια εταιρεία σχεδόν όπως και οι επιβαίνοντες του πλοίου επειδή ακριβώς υποχρεώθηκαν να παρακολουθήσουν σε ανύποπτο χρόνο από τον καναπέ τους τις συγκεκριμένες σκηνές».
Για παράδειγμα, σκέψεις και μνήμες από το γεγονός που ενώ δεν θέλεις να έχεις έρχονται απρόσκλητα στο μυαλό σου προκαλώντας έντονη δυσφορία η οποία χαρακτηρίζεται και με αντιδράσεις βιολογικής διεγερσιμότητες (π.χ. υπερβολική αντιδράση σε θορύβους). Το άτομο στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει αυτή τη δυσφορία και ψυχολογικό πόνο αναπτύσσει συμπτώματα αποφυγής. Δηλαδη τείνει να αποφεύγει ό,τι του θυμίζει το τραύμα. Η αποφευκτική συμπεριφορά προκαλεί τεράστια δυσλειτουργία στο άτομο διότι το καθιστά αδύνατο να λειτουργήσει όπως στο παρελθόν από φόβο ερεθισμού της μνήμης και των συναισθημάτων του τραύματος. Σαν αποτέλεσμα αυτής της δυσλειτουργικότητας μπαίνει σε μια χρόνια μελαγχολία ή και κατάθλιψη».
Πηγή: Ο Φιλελεύθερος
Δημοσιεύτηκε στις 15/07/2012
Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire