ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΕΠΑΦΗ

Το ιστολόγιο Πενταλιά πήρε το όνομα
από το όμορφο και ομώνυμο χωριό της Κύπρου.
Για την επικοινωνία μαζί μας
είναι στη διάθεσή σας το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο:
pentalia74@gmail.com

mercredi 11 juillet 2012

Κύπρος - Τραγωδία στο Μαρί - Αβάσταχτος ο πόνος ένα χρόνο μετά


Φωτογραφία
Σαν σήμερα πριν ακριβώς από ένα χρόνο η Κύπρος έζησε τον χειρότερο εφιάλτη στην ιστορία της, από τη σύσταση της Δημοκρατίας, μετά τα τραγικά γεγονότα του ’74. Η φονική έκρηξη στο Μαρί η οποία ταρακούνησε συθέμελα τον τόπο και σκόρπισε τον θάνατο σε 13 παλληκάρια, έφερε τον πόνο τη δυστυχία και την ανασφάλεια στην κυπριακή κοινωνία.
Ένα χρόνο μετά, οι συγγενείς των αδικοχαμένων θυμάτων, ζουν τον δικό τους γολγοθά, χωρίς να έχουν συνειδητοποιήσει ακόμη ότι έχασαν τόσο άδικα τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Η οργή πυκνώνει και ο πόνος μεγαλώνει όσο ο χρόνος περνά και η εκδίκαση της υπόθεσης βρίσκεται ακόμη στα αρχικά της στάδια, ενώ στο μυαλό των συγγενών πλανάται η σκέψη ότι στο τέλος κανείς δεν θα τιμωρηθεί και το έγκλημα θα συγκαλυφθεί.

Για τη μέρα εκείνη καθώς και για το πώς άλλαξε η ζωή τους μέσα σ’ αυτό τον ένα χρόνο, μιλούν στον «Φ» η Μαρία Ηρακλέους, σύζυγος του Επικελευστή Μιχάλη Ηρακλέους, ο Μιχάλης Θεοφίλου, πατέρας του αδικοχαμένου πυροσβέστη Παναγιώτη Θεοφίλου, ο Σταύρος Ταντή, πατέρας του Αρχιλοχία της ΕΜΑΚ Σπύρου Ταντή και η κυρία Χαρούλα, μητέρα του Αρχιπυροσβέστη της ΕΜΑΚ Γιώργου Γιακουμή.
Απέραντη μαυρίλα στη Ναυτική Βάση
Μαρία Ηρακλέους: Ο χρόνος σταμάτησε στις 11 Ιουλίου
Η ΜΑΡΙΑ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ σύζυγος του Επικελευστή Μιχάλη Ηρακλέους άνοιξε την καρδιά της και μίλησε στον «Φ» για τις στιγμές που έζησε η ίδια και η οικογένειά της, το πρωινό της 11ης Ιουλίου. Μπαίνοντας στο σπίτι της οικογένειας αντικρίζεις τη γωνία που δημιούργησαν αφιερωμένη στον Μιχάλη. Φωτογραφίες, προσωπικά του αντικείμενα και ένα πελώριο γιατί.
«Κτύπησε το τηλέφωνο στις 7:00 το πρωί της 11ης Ιουλίου. Ήταν η μαμά μου. Μου είπε ότι άκουσε στο ραδιόφωνο ότι έγινε έκρηξη στη Ναυτική Βάση. Ξύπνησα τον γιό μου ο οποίος υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία και έτυχε εκείνη την ημέρα να ήταν αδειούχος. Ξεκινήσαμε να πάμε προς τη Βάση. Επιχειρούσαμε συνεχώς να επικοινωνήσουμε τηλεφωνικώς με τον Μιχάλη αλλά δεν απαντούσε. Γύρω στις 8 το πρωί πήγαμε στο Μαρί. Συναντήσαμε μια πρωτόγνωρη εικόνα. Παντού μπλόκα της Αστυνομίας. Τελικά μετά από έντονες προσπάθειες καταφέραμε να φτάσουμε στην πύλη της Βάσης. Υπό τον κίνδυνο άλλης έκρηξης δεν μπήκαμε στη Βάση. Η κατάσταση που επικρατούσε ήταν χαοτική. Παραμείναμε έξω από την πύλη μέχρι το μεσημέρι, χωρίς κανένας να μας πει οτιδήποτε», περιγράφει η Μαρία Ηρακλέους κάνοντας παράλληλα ένα γρήγορο flash backστα όσα έζησαν την 11η Ιουλίου. «Ρωτούσαμε συνεχώς όποιον βρίσκαμε αλλά κανένας δεν μιλούσε. Ακολούθως επιστρέψαμε στη Λευκωσία και συγκεκριμένα στο Γενικό Νοσοκομείο όπου μετέφερναν τραυματίες. Γύρω στις 2 το μεσημέρι μάς ανακοίνωσαν το μοιραίο. Ο ένας χρόνος από το μαύρο πρωινό της Δευτέρας 11 Ιουλίου 2011 πέρασε σαν αστραπή. Δεν καταλάβαμε πώς πέρασε. Για την οικογένειά μας ο χρόνος σταμάτησε στις 11 Ιουλίου. Δεν καταλαβαίνουμε πώς περνούν οι ημέρες. Ίσως επειδή τρέχουμε συνεχώς για διαδικαστικά θέματα της υπόθεσης. Για μάς σαν να ήταν χθες».
Η Μαρίας Ηρακλέους αναφέρθηκε στο κενό που άφησε ο άδικος χαμός του συζύγου της. «Η απουσία του από το σπίτι τεράστια. Ειδικά για τον μικρό του γιο Άντη. Δεν του αρέσει να μιλά για τα γεγονότα στο Μαρί, ούτε θέλει να ακούει για όσα συνέβησαν τον περασμένο Ιούλιο. Στήριγμα για την οικογένεια ο μεγάλος γιος Σόλωνας ο οποίος σπουδάζει δάσκαλος στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.
Περνώντας έξω από τη Βάση για οποιοδήποτε προορισμό το μόνο που έρχεται στο μυαλό μου είναι μια απέραντη μαυρίλα. Δεν μπορώ να γυρίσω το κεφάλι προς την πλευρά της Βάσης».
Η σύζυγος του Επικελευστή Μιχάλη Ηρακλέους αναφέρθηκε ακόμη στην τραγική σύμπτωση που ήταν η αλλαγή της βάρδιας. «Είχε υπηρεσία την Τετάρτη (πριν από την έκρηξη) και το Σάββατο 9 Ιουλίου.
Αλλά την άλλαξε και τελικά έβγαλε υπηρεσία Κυριακή». Πριν πάει για υπηρεσία είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με έναν συνάδελφό του και τον ρωτούσε αν τους έβαζαν να ραντίζουν με νερό τα εμπορευματοκιβώτια. Ο Μιχάλης είχε χρεωμένο πυροσβεστικό όχημα της μονάδας. Του είχε τηλεφωνήσει ο Κλεάνθης και ζήτησε πυροσβεστικό όχημα. Όταν έφτασε στο σημείο της φωτιάς μετά από 3-4 λεπτά έγινε η έκρηξη. Από το πρωί που ήταν σε εξέλιξη η φωτιά στα εμπορευματοκιβώτια δεν είχε επικοινωνήσει μαζί μας».
«Η οργή μας πυκνώνει και ο πόνος μεγαλώνει»
Αιχμές από τον Σταύρο Ταντή για την πορεία της υπόθεσης
«ΠΩΣ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΜΕΝΟΙ. Δεν είμαστε από την πορεία της «δίκης για το Μαρί. Διότι έναν ολόκληρο χρόνο μετά και ακόμα δεν έγινε τίποτε. Τίποτε». Έτσι ξεκινήσαμε να μιλάμε στο σπίτι του κυρίου Σταύρου Ταντή, του πατέρα του Αρχιλοχία της ΕΜΑΚ Σπύρου Ταντή, που σκοτώθηκε στο καθήκον στις 11 Ιουλίου 2011, προσπαθώντας να σβήσει τις φλόγες από τα πυρομαχικά, μαζί με τους συναδέλφους του. «Και όχι μόνο δεν ξεκίνησε η δίκη αλλά συμβαίνουν και πράγματα που πυκνώνουν την οργή μας και μεγαλώνουν τον πόνο μας. Και μιλώ για την αφαίρεση ατόμου από το κατηγορητήριο. Γιατί; Γιατί αυτό το πράγμα;», προσθέτει ο χαροκαμένος πατέρας. «Εμείς το μάθαμε στη δίκη. Δεν μας ειδοποίησαν. Δεν ξέρω γιατί το έκαναν αυτό», συνεχίζει ο πονεμένος πατέρας του αδικοχαμένου πυροσβέστη. Και καταλήγει στο δικό του συμπέρασμα: «Φοβούμαι πως μπορεί να πεθάνουμε και η δίκη να συνεχίζεται. Πόρισμα να μη φτάσουμε όσο θα έχουμε ψυχή πάνω μας. Όπως πάνε αυτοί, εμείς θα πεθάνουμε και δίκη δεν θα δούμε». Και όταν τον ρωτούμε για τον Θεό, ο κ. Σπύρος παίρνει βαθιά ανάσα και σαν χείμαρρος λέει: «Γιατί να τους δικάσει μόνον ο Θεός. Σκότωσαν τα παιδιά μας. Να δικαστούν και να τιμωρηθούν και πάνω στη γη και άμα πεθάνουν, ας τους δικάσει και ο Θεός. Όχι όμως να περιμένουμε να τους δικάσει μόνον ο Θεός. Να τιμωρηθούν οι ένοχοι, να γίνει αυτό που πρέπει και το σωστό». Ρωτούμε τον μαυροφορεμένο, οργισμένο πατέρα, πως ήταν αυτός ο χρόνος που πέρασε χωρίς τον Σπύρο. «Δύσκολος», απαντά. Μας μιλά για τα μωρά του Σπύρου, τα εγγονάκια του. «Η κορούλα έγινε πέντε και το νεογέννητο που δεν θα γνωρίσει πατέρα, έγινε τριών μηνών». «Όταν πάθεις τέτοιο κακό, όλα είναι δύσκολα και για όλους. Για τους γονείς, τη σύζυγο, τα μωρά. Όλα είναι πολύ δύσκολα. Βουνά μεγάλα», προσθέτει.
Η κορη του τον αναζητεί
Η κόρη του Σπύρου θυμάται τον μπαμπά της, αλλά δεν ξέρει ότι είναι σκοτωμένος, μας λέει μέσα στα δάκρυά του ο κ. Σταύρος. «Η Άντρια, ένα χρόνο μετά, αναζητεί τον μπαμπά της τον Σπύρο και δεν ξέρει, δεν είναι σε ηλικία, να αντιληφθεί ότι είναι σκοτωμένος». Και τι να πεις, πώς να παρηγορήσεις έναν παππού, που σου λέγει αυτά τα πικραμένα λόγια, μέσα από το δάκρυ, το ασταμάτητο μοιρολόγι της ψυχής του που άρχισε πριν ένα χρόνο και δεν θα σταματήσει ποτέ, όσο θα έχουν αγέρα και ψυχή τα πνευμόνια του. «Ξέρεις τι λέμε στην Άντρια. Πως ο παπάς της πήγε στον ουρανό να σβήσει τις φωτιές. Και το μωρό κοιτά στον ουρανό χαρούμενο αλλά και με αγωνία να δει τον μπαμπά της»… Με τι λόγια να μιλήσεις. Τι να πεις στον κύριο Σταύρο Ταντή.
Ο ένας χρόνος πέρασε αστραπιαία
Αναμφίβολα πρόκειται για τον πιο δύσκολο χρόνο της ζωής μου
«ΛΕΣ ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΧΘΕΣ». Μ’ αυτές τις λίγες λέξεις ο Μιχάλης Θεοφίλου, πατέρας του αδικοχαμένου πυροσβέστη Παναγιώτη Θεοφίλου απάντησε στην ερώτησή μας πώς πέρασε αυτός ο ένας χρόνο από τα τραγικά γεγονότα του περασμένου Ιουλίου. «Αναμφίβολα πρόκειται για τον πιο δύσκολο χρόνο της ζωής μου. Είχα έναν γιο και μια κόρη. Έχασα τον γιο μου. Ο ένας χρόνος πέρασε αστραπιαία. Νομίζω ότι το κακό συνέβη χθες. Πολλές φορές ακόμα διερωτώμαι εάν όντως συνέβη τέτοιο κακό. Δεν θέλεις να το συνειδητοποιήσεις. Αυτό που μας δίνει κουράγιο είναι ότι προσπαθούμε μέσα στην οικογένεια να στηρίξουμε ο ένας τον άλλο. Για μένα ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι το γεγονός ότι εξακολουθώ να υπηρετώ στην Πυροσβεστική. (σ.σ. υπηρετεί εδώ και 32 χρόνια). Είναι δύσκολο να είμαι στην υπηρεσία, δεν θέλω να συζητώ για το θέμα του Μαρί.
Ακόμη με προβληματίζει κατά πόσο πρέπει να συνεχίσω στην Υπηρεσία», ήταν τα πρώτα λόγια του κ. Θεοφίλου ο οποίος στη συνέχεια περιέγραψε στον «Φ» τις τραγικές στιγμές του πρωινού της 11ης Ιουλίου. «Το πρωινό της 11ης Ιουλίου ήμουνα εκτός Υπηρεσίας. Μου τηλεφώνησε στις 6:30 ο Επαρχιακός της Λάρνακας διότι ήμουν ο βοηθός του και μου είπε ότι έχουμε μεγάλο επεισόδιο και κάνουμε ανάκληση προσωπικού και έλα όσο το δυνατόν πιο γρήγορα στον σταθμό. Μόνο αυτά τα λόγια μού είπε και έκλεισε το τηλέφωνο. Αμέσως πήρα τηλέφωνο στο σταθμό και με ενημέρωσαν ότι έγινε μια έκρηξη στη Ναυτική Βάση στο Μαρί και ανταποκριθήκαμε και γι’ αυτό γίνεται η ανάκληση προσωπικού. Σε δέκα λεπτά ήμουν έτοιμος, και έφυγα. Όπως γίνεται συνήθως, για παράδειγμα στην περίπτωση έκρηξης, μετά το επεισόδιο ανταποκρίνεται η πυροσβεστική για να κατασβέσει τις φωτιές. Δεν πήγε το μυαλό μας ότι είχαμε πυροσβεστικές δυνάμεις που επιχειρούσαν και μετά έγινε η έκρηξη. Όπως σας είπα, συνήθως η πυροσβεστική ανταποκρίνεται μετά το επεισόδιο για να κατασβέσει την πυρκαγιά. Δυστυχώς υπήρχαν δυνάμεις και έγινε η έκρηξη. Μόλις ενημερώθηκα ότι έγινε η έκρηξη το μυαλό μου δεν πήγε στον Παναγιώτη, διότι ήξερα ότι εργαζόταν το προηγούμενο βράδυ και θα σχόλανε στις 8 το πρωί. Και θεώρησα δεδομένο ότι έγινε η έκρηξη και μετά ανταποκρίθηκε η πυροσβεστική. Πήγα στον σταθμό και μου είπαν ότι επηρεάστηκε ο ηλεκτροπαραγωγός σταθμός στο Βασιλικό και ζήτησαν το ειδικό όχημα αφρού από τη Λάρνακα και έφυγα από τον ένα σταθμό να πάω στον άλλο. Όλα αυτά σε διάστημα μιας ώρας. Γύρω στις 7:30 άνοιξα το ράδιο και έλεγε ότι υπάρχουν θύματα. Αμέσως πήρα τηλέφωνο τον γιό μου αλλά ήταν κλειστό. Το γεγονός ότι ήταν κλειστό το κινητό του, με ανησύχησε πάρα πολύ. Ο γιός μου ουδέποτε έκλεινε το κινητό του, ήταν συνεχώς ανοικτό. Πήγα στον κεντρικό σταθμό και είδα την κατάσταση. Επικοινώνησα με την ΕΜΑΚ αλλά κανείς δεν μου έλεγε λεπτομέρειες. Δεν μου έλεγαν ότι είχαμε πυροσβέστες σκοτωμένους. Στη συνέχεια πήγα στο νοσοκομείο της Λάρνακας. Συνάντησα έναν υπαστυνόμο που ήταν ελαφρά τραυματίας και τον ρώτησα τι έγινε με τους πυροσβέστες που ήταν πιο μπροστά και μου είπε ότι δεν γνώριζε. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι κάτι κακό συνέβη στον γιο μου. Πήγα με το αυτοκίνητο στη Βάση. Μπήκα μέσα, στο κέντρο ελέγχου που είχε στηθεί, ρώτησα τους αστυνομικούς και μου είπαν ότι δεν γνώριζαν ποιοι ήταν οι σκοτωμένοι. Από τη στιγμή που είχα ακούσει στο ράδιο για το μέγεθος της έκρηξης είχα αρχίσει να πιστεύω ότι οι πυροσβέστες που ήταν εκεί θα ήταν σκοτωμένοι. Στη συνέχεια ρώτησα συναδέλφους που συνάντησα στη Βάση αν ήταν και οι έξι πυροσβέστες σκοτωμένοι και μου απάντησαν καταφατικά. Δεν το δέχτηκα. Ήθελα να πάω στο ύψωμα που ήταν τα πυροσβεστικά. Είδα τον κρατήρα, τους νεκρούς και δεν μπορούσα να κρατηθώ. Έβλεπα και τον Κρόκο να αναζητά τον γιο του. Στο μεταξύ, ενόσω βρισκόμουν στη Βάση είχα δεκάδες κλήσεις από τη γυναίκα μου που αγωνιούσε για τον γιο μας. Είχα έναν πολύ καλό φίλο, ο οποίος μέσω κάποιου άλλου πυροσβέστη γνώριζε ότι ο Παναγιώτης σκοτώθηκε από την έκρηξη. Αυτός ο φίλος πήγε στο σπίτι και στήριξε τη γυναίκα μου μέχρι να πάω και εγώ σπίτι.
Ήταν ένα γεγονός που δεν πρόκειται να το ξεχάσω ποτέ».
ΜΗΠΩΣ ΦΕΡΩ ΚΙ ΕΓΩ ΕΥΘΥΝΗ...
Ο Παναγιώτης Θεοφίλου σπούδασε Γυμναστής. Τελείωσε το 2006 τη Γυμναστική Ακαδημία στο Αριστοτέλειο. Δούλευε σε ένα γυμναστήριο στη Λάρνακα. Ο πατέρας του κάποιες φορές νιώθει τύψεις όπως λέει, διότι αυτός τού πρότεινε εάν ήθελε να κάτσει εξετάσεις καθώς υπήρχαν θέσεις για την πυροσβεστική. «Αρχικά όταν του το πρότεινα αρνήθηκε καθώς ήθελε να δουλεύει ως γυμναστής. Μετά από ένα χρόνο ήρθε από μόνος του και μου είπε ότι όταν θα υπάρχουν εξετάσεις να τον ενημερώσω. Έτσι κι έγινε και ήρθε από τους πρώτους στις εξετάσεις. Προσελήφθη στην Αστυνομία και μετά στην Πυροσβεστική και με απόφαση του Διευθυντή μετατέθηκε στην ΕΜΑΚ. Κάποτε το σκέφτομαι αυτό και διερωτώμαι μήπως φέρω κι εγώ ευθύνη που επέλεξε την πυροσβεστική. Όμως δεν τον πίεσα, του το πρότεινα και η απόφαση ήταν δική του». Ο κ. Θεοφίλου αρνήθηκε ευγενικά να σχολιάσει την πορεία της εκδίκασης της υπόθεσης καθώς θα εμφανιστεί ως μάρτυρας στο δικαστήριο.
«Θα τους δικάσει ο Θεός»  
ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΧΑΡΟΥΛΑ, τη μητέρα του Αρχιπυροσβέστη της ΕΜΑΚ Γιώργου Γιακουμή, πολλά στη ζωή της σταμάτησαν στις 11 Ιουλίου 2011. Της λένε τα άλλα της παιδιά να κάνει υπομονή, «κάμε μάνα υπομονή», της λένε «για τα άλλα σου παιδιά, τα εγγόνια σου». Μα εκείνη, δεν μπορεί. Ώρες, ώρες, ξεγελιέται μέσα στον πόνο της. Και περιμένει τον Γιώργο να σχολάσει κουρασμένος από τη βάρδια του και να σταματήσει το αυτοκίνητο στην αυλή της. Να κατέβει χαμογελαστός και να της πει «τι κάνεις μάνα, ψήσε να πιούμε καφέ, να μου πεις τα νέα σου σαν τον πίνουμε αντάμα».
Μα τούτο μόνο στα όνειρά της γίνεται πια. Ο Γιώργος σκοτώθηκε στο καθήκον, εκείνη τη μαύρη μέρα της 11ης Ιουλίου και άφησε πίσω του μάνα, σύζυγο, αδέλφια συγγενείς να κλαίνε την ακριβή του νιότη, τη χρυσή του την καρδιά, που χάθηκαν ξαφνικά, τόσο ανέλπιστα, τόσο άδικα.
Και πέρασε ένας χρόνος.
Μα σαν να ήταν χθες. Και εκείνη, μάζεψε τα πουκάμισα και τα βραβεία του που κέρδισε με τους καλούς του βαθμούς στο σχολείο και τα στόλισε μέσα στο σπίτι. Μαζί με τις φωτογραφίες στους τοίχους. Έφτιαξε το δικό της, αυστηρά ιδιωτικό μουσείο, μέσα στο σπίτι της. Κάθε γωνιά, κάθε τοίχος, όλα θυμίζουν τον Γιώργο. Η πικραμένη μάνα, μας καλοδέχεται στο σπίτι της στο Κιβισίλι, μα είναι λιγομίλητη. Δεν έχει το κουράγιο να μιλά. Δεν έχει να πει και πολλά, για το πώς αισθάνεται. Ξέρει και για τη δίκη «των οκτώ που έγιναν επτά και μετά έγιναν έξι». Λέει την άποψή της σε τέσσερις βαριές και σοφές λέξεις. «Θα τους δικάσει ο Θεός». Δεν προσμένει τίποτε, δεν απαιτεί και τίποτε από τους ανθρώπους. «Θα τους δικάσει ο Θεός» και σιωπά.
Μετά θυμάται το μωρό του Γιώργου, το εγγονάκι που ψάχνει. Ήταν 22 μηνών όταν σκοτώθηκε ο πατέρας του. «Παπά μου μπουυυμ και ψηλά, ψηλά», έμαθε να ψελλίζει το μωρό για τον μπαμπά του. Η κ. Χαρούλα, δεν περιμένει και πολλά. Τους ενόχους για τη δυστυχία που φώλιασε στο σπίτι της και ό,τι συμβαίνει στη δίκη για το Μαρί τα σχολιάζει σε μια λακωνική πρόταση. «Θα τους δικάσει ο Θεός». Και μετά, κλείνεται στον δικό της κόσμο, όπου ο Γιώργος της θα ζει για όσα χρόνια θα ζει και αυτή.

Πηγή: Ο Φιλελεύθερος 
Δημοσιεύτηκε στις 11/07/2012

Aucun commentaire:

Enregistrer un commentaire