ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΕΠΑΦΗ

Το ιστολόγιο Πενταλιά πήρε το όνομα
από το όμορφο και ομώνυμο χωριό της Κύπρου.
Για την επικοινωνία μαζί μας
είναι στη διάθεσή σας το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο:
pentalia74@gmail.com

lundi 24 janvier 2011

Σε αναζήτηση ελληνικού πετρελαίου

Το χρονικό της αναζήτησης πετρελαίου στην Ελλάδα.
Οι γκρίζες ζώνες
Βασίλης  ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
 
Το κείμενο αυτό είναι απόσπασμα ομιλίας που έκανε στις 30 Μάρτη του 2002 ο Βασίλης Παπαγεωργίου, ομότιμος καθηγητής και πρώην κοσμήτορας της Πολυτεχνικής Σχολής του ΑΠΘ, σε εκδήλωση που διοργάνωσε η ΚΟΘ του ΚΚΕ, για να τιμηθεί η μνήμη των Ν. Μπελογιάννη, Δ. Μπάτση, Ν. Καλούμενου και Η. Αργυριάδη, με αφορμή τη συμπλήρωση 50 χρόνων από την εκτέλεσή τους. Το κείμενο είναι πάντα επίκαιρο.

Το 1974 υπήρξε μια ιστορική χρονιά για την αναζήτηση πετρελαίου στον ελλαδικό χώρο. Η εταιρεία Oceanic, με δύο γεωτρήσεις που έκανε κατευθείαν στον υποθαλάσσιο χώρο της Θάσου, βρήκε το γνωστό κοίτασμα πετρελαίου «ΠΡΙΝΟΣ». Τον Ιούλη του 1981 ως γνωστό, άρχισε η άντληση πετρελαίου στη Θάσο, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Το πετρέλαιο της Θάσου είναι ουσιαστικά το πρώτο ελληνικό πετρέλαιο.
Οι έρευνες για το πετρέλαιο ουσιαστικά συνεχίστηκαν καθ' όλη τη διάρκεια των δεκαετιών '70 και '80. Το 1978 πραγματοποιήθηκε νέα μελέτη και διαπιστώθηκε ότι σε απόσταση 10 ναυτικών μιλίων από το ακρωτήριο Μπάμπουρας της Θάσου υπάρχει ένα τεράστιο κοίτασμα πετρελαίου μικρού βάθους, αρίστης ποιότητας, άμεσα αξιοποιήσιμο, με προσδοκώμενη παραγωγή περίπου 200.000 βαρέλια πετρελαίου ημερησίως.
Το 1984-85 η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε σε νέες έρευνες και δειγματοληψίες, οι οποίες επιβεβαίωσαν τις προηγούμενες μελέτες. Η άντληση όμως πετρελαίου από το κοίτασμα αυτό δεν κατέστη μέχρι σήμερα δυνατή, εξαιτίας των γνωστών τουρκικών διεκδικήσεων, με αποκορύφωση την κρίση του Μάρτη 1987.

Πριν από μερικές βδομάδες, το ωκεανογραφικό σκάφος «Ουράνια», έφερνε με τους δειγματοσυλλέκτες του στο κατάστρωμα του πλοίου μια μεγάλη ποσότητα αργού πετρελαίου. Οι Ελληνες επιστήμονες είχαν για πρώτη φορά ακουμπήσει ένα μεγάλο κοίτασμα πετρελαίου, που κρυβόταν 3.500 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, στα δυτικά της Κρήτης. Το κοίτασμα αυτό ασφαλώς δεν είναι το μοναδικό στο Νότιο Αιγαίο. Είναι γνωστό ότι από το 1996 οι Τούρκοι έχουν στρέψει την προσοχή τους στην αναζήτηση πετρελαίου στην περιοχή της Δωδεκανήσου, όπου αμερικανικοί δορυφόροι έχουν εντοπίσει κοιτάσματα πετρελαίου.
Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, είναι πλέον αδιαμφισβήτητη η παρουσία κοιτασμάτων πετρελαίου τόσο στο Βόρειο, όσο και στο Νότιο Αιγαίο. Το γεγονός αυτό βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με τη θεωρία των λιθοσφαιρικών πλακών, η οποία έφερε επανάσταση στην αναζήτηση πετρελαίου και μεταλλευμάτων. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, έχει αποδειχθεί διεθνώς ότι τόσο η γένεση πετρελαίου, αλλά και σε μεγάλο βαθμό η μεταλλογένεση, συμβαίνουν στα όρια σύγκρουσης ή απομάκρυνσης δύο παλαιολιθοσφαιρικών πλακών.
Σήμερα υποστηρίζεται από Γεωλόγους ότι τέτοιες ζώνες αποτελούν η περιοχή της Τάφρου του Β. Αιγαίου (κοντά στην οποία βρίσκονται τα κοιτάσματα «ΠΡΙΝΟΣ» και «Μπάμπουρας») και η περιοχή της ελληνικής Τάφρου, που εκτείνεται υπό μορφήν τόξου από το Ιόνιο πέλαγος και την Κρήτη μέχρι τα Δωδεκάνησα.
Οι πρώτες παρατηρήσεις και μελέτες για την ύπαρξη πετρελαίου γύρω από τη Θάσο και τον κόλπο της Καβάλας έγιναν από Γερμανούς γεωλόγους το 1927, για λογαριασμό της γερμανικής εταιρείας Krup, η οποία έδειχνε το ίδιο ενδιαφέρον και για τα μεταλλεία της Θάσου. Το 1945 ο Γερμανός γεωλόγος Γκαιρ (αργότερα εργάστηκε στο Houston ως ειδικός σε θέματα του πετρελαίου) έκανε μεγάλες έρευνες στην ευρύτερη περιοχή της Θάσου. Στα συγγράμματά του, σύμφωνα με δημοσιεύματα, αναφέρει ότι στον κόλπο της Καβάλας μπορούμε να αντλήσουμε 900.000 βαρέλια πετρελαίου ημερησίως. Το πετρέλαιο αυτό είναι πολύ καλύτερης ποιότητας από όλες τις άλλες περιοχές, άφθονο και το κοίτασμα έχει μεγάλη διάρκεια ζωής.
Επίσης, αναφέρει ότι τα πετρέλαια των Ρουμανίας, Λιβύης και Αραβικών χωρών είναι γειτονικά αντίκλινα, που συνδέονται με υπόγεια ρεύματα με το μεγάλο κοίτασμα του Βορείου Αιγαίου. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από την ανεύρεση, πολύ πρόσφατα, εκτεταμένου κοιτάσματος φυσικού αερίου στη γειτονική Βουλγαρία, που προοιωνίζεται την ύπαρξη σημαντικού κοιτάσματος πετρελαίου στο έδαφος της Βουλγαρίας.
Οι παραπάνω πληροφορίες του Γκαιρ αξιοποιήθηκαν από τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών, που εισήλθαν στην ηττημένη Γερμανία μετά τον πόλεμο. Συγκεκριμένα, ο μετέπειτα Διευθυντής της Oceanic, George Brandley, γνώριζε την ύπαρξη πετρελαίων στην περιοχή της Θάσου από το 1951. Τότε, με έκθεσή του προς τον επικεφαλής της αμερικανικής οικονομικής αποστολής στην Ελλάδα George Hakes, του εγνώριζε όλα τα γεωλογικά στοιχεία της περιοχής.
Η έγκυρη εφημερίδα περί τα πετρελαϊκά «World Oil» έγραφε ακόμη από το 1974: «Η Μεσόγειος είναι ουσιαστικά ανεξερεύνητη ακόμη. Αλλά οι ενδείξεις δηλώνουν ότι στην Αδριατική και το Βόρειο Αιγαίο υπάρχουν μεγάλες μάζες πετρελαίου» και τέλος, το «Bureau of Mines» των ΗΠΑ ανακοίνωνε ότι: Στο Βόρειο Αιγαίο, κοντά στις ακτές, είναι συσσωρευμένα κοιτάσματα πετρελαίου.
Η περίοδος που οριοθετείται από το τέλος της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα και μέχρι της αντλήσεως του πρώτου ελληνικού πετρελαίου (Ιούλιος 1981) χαρακτηρίζεται ως περίοδος παρασκηνίων γύρω από τα πετρελαϊκά πράγματα του Αιγαίου. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα της περιόδου αυτής είναι οι ανακριβείς δηλώσεις της αμερικανικής εταιρείας Oceanic, σχετικά με την ημερήσια παραγωγή πετρελαίου του κοιτάσματος ΠΡΙΝΟΣ και το χρονικό ορίζοντα εκμετάλλευσης του κοιτάσματος. Ηδη τα στοιχεία αυτά επί των οποίων στηρίχθηκε η σύμβαση άντλησης και εκμετάλλευσης του κοιτάσματος του Πρίνου έχουν διαψευσθεί.
Μετά τη λήξη των ερευνών πετρελαίου στην περιοχή του Πρίνου, η Τουρκία θέτει θέμα συνεκμετάλλευσης των πετρελαίων του Αιγαίου. Η κατάσταση αυτή μετά από μια μεγάλη περίοδο ύφεσης φτάνει στην κρίση του 1987, ενώ στο μεταξύ έχουν συμβεί διάφορα άλλα αποτρεπτικά γεγονότα, που θα βοηθούσαν στη διευκρίνιση του πραγματικού μεγέθους του κοιτάσματος πετρελαίου στο Βόρειο Αιγαίο. Ετσι, οι Ρουμάνοι τεχνικοί της ROM-PETROL φαίνεται ότι έλαβαν ανακριβή στοιχεία από την Oceanic κατά τη διενέργεια των γεωτρήσεων στην περιοχή του Νέστου, για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου.
Τα τελευταία δέκα χρόνια, το καθεστώς εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων πετρελαίου του Αιγαίου εξελίχθηκε σε ένα εξαιρετικά περίπλοκο πολιτικό πρόβλημα, με τα εξής χαρακτηριστικά:
1. Η Ελλάδα με τα περίπου 3.000 νησιά να ελέγχει το σημαντικά μεγαλύτερο μέρος του Αιγαίου, που και με το σημερινό ακόμη καθεστώς των χωρικών υδάτων των 6 μιλίων, αλλά και με το Διεθνές Δίκαιο, μπορεί να ελέγξει το ιδιοκτησιακό καθεστώς των μελλοντικών γεωτρήσεων.
2. Μετά την ανακάλυψη των μεγάλων πετρελαϊκών κοιτασμάτων της Κασπίας, η Τουρκία να βρίσκεται σε σημαντικότερη θέση, όσον αφορά τον έλεγχο των πετρελαϊκών δρόμων μεταφοράς. Και πιο συγκεκριμένα, η Τουρκία να διαθέτει μεγαλύτερη πρόσβαση στα λιμάνια και η Ελλάδα να εμφανίζει σημαντική υπεροπλία στο στόλο μεταφοράς πετρελαίου.
3. Το σημαντικότερο από τα κοιτάσματα του Πρίνου να βρίσκεται στην αμφισβητούμενη ζώνη των 10,5 μιλίων. Δηλαδή, η εκμετάλλευσή του απαιτεί την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια.
4. Η εξόρυξη πετρελαίου με θαλάσσιες εξέδρες αποτελεί εξαιρετικά δαπανηρή επένδυση, η δε τεχνολογία είναι απολύτως ελεγχόμενη από αμερικανικές εταιρείες, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκμετάλλευση χωρίς τη συμφωνία και των τριών μερών.
5. Το τελευταίο επεισόδιο της βραχονησίδας Ιμια φέρνει στην επιφάνεια μια νέα διάσταση του όλου προβλήματος, δημιουργώντας την απαρχή ενός αμφισβητούμενου καθεστώτος πολλών ανάλογων βραχονησίδων, που αποτελούν όμως το ζωτικό χώρο γεωτρήσεων υπό διεθνή έλεγχο (βλέπε αμερικανικό λόγω τεχνογνωσίας). Πρόκειται για τις περίφημες «γκρίζες» περιοχές.
6. Η ελληνική (αλλά και η τουρκική) κυβέρνηση δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την πραγματική δυναμικότητα του εκτεταμένου αυτού υποθαλάσσιου κοιτάσματος πετρελαίου. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τη διαφαινόμενη ρευστή πολιτική κατάσταση στην περιοχή του Αιγαίου, καθιστά ακόμη πιο πιθανή τη δημιουργία ενός νέου status στο Αιγαίο, αυτό δηλαδή των «γκρίζων» περιοχών. Εχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η διαπίστωση πρώην υπουργού, που έχει καλή γνώση του θέματος, ότι: «Ξένα κέντρα και υπηρεσίες διαθέτουν για το ελληνικό υπέδαφος περισσότερα στοιχεία από όσα μπορεί να έχουν στη διάθεση τους οι ελληνικές κυβερνήσεις».
Οι «ειρηνευτικές διαδικασίες»
Δεν είναι τυχαίο ότι, όταν οι αμερικανικές κυβερνήσεις καταγγέλλουν τον εθνικισμό, εννοούν τον οικονομικό εθνικισμό, το δικαίωμα δηλαδή της προστασίας του εθνικού πλούτου (κυρίως των φυσικών πόρων) που διαθέτουν μη ισχυρά κράτη. Καθώς ο πληθυσμός της Γης διπλασιάστηκε από τα μέσα του 20ού αιώνα και η οικονομία πενταπλασιάστηκε σε μέγεθος, η ζήτηση των φυσικών πόρων πήρε εκρηκτικές διαστάσεις.
Από το 1950, η χρήση του νερού τριπλασιάστηκε, η καύση ορυκτών καυσίμων αυξήθηκε περίπου τέσσερις φορές, όπως και οι εκπομπές άνθρακα. Η συνεχώς ανερχόμενη ζήτηση φυσικών πόρων αρχίζει να υπερβαίνει την ικανότητα των φυσικών συστημάτων της Γης. Στο βαθμό που διαδραματίζεται αυτή η εξέλιξη, η πλανητική οικονομία πλήττει τα θεμέλια πάνω στα οποία αναπτύσσεται.
Οι λεγόμενες «ειρηνευτικές διαδικασίες», που προωθούν οι Αμερικανοί στις περιοχές με πλούσιες πρώτες ύλες, δεν είναι τίποτα άλλο παρά πράξεις που εξασφαλίζουν τον έλεγχο των πόρων αυτών από τις ΗΠΑ. Οι «ειρηνευτικές διαδικασίες» των ΗΠΑ, με τις οποίες προασπίζονται τα «ζωτικά εθνικά συμφέροντα» της συγκεκριμένης χώρας, στοχεύουν στην αύξηση των κερδών των υπερεθνικών αμερικανικών εταιρειών με προσαρμογή των παλιών μεθόδων εκμετάλλευσης του λεγόμενου τρίτου κόσμου.
Η κυριαρχία επ' αυτού δεν ασκείται πλέον με τις γνωστές αποικιοκρατικές μεθόδους, αλλά μέσω ενός πολυεθνικού στρατού με μισθοφορική φυσιογνωμία (NATO) και τη συνδρομή μιας τοπικής βιτρίνας, που είναι ένα κράμα ντόπιων οικονομικών συμφερόντων, διαπλεκόμενων ισχυρά με τις κυβερνήσεις των κρατών.
Η περιοχή των Βαλκανίων και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, με την ευρύτερη έννοια, αποτελεί συστατικό της στρατηγικής των ΗΠΑ στη μόνιμη επιδίωξή τους να ελέγχουν τους μη ανανεώσιμους φυσικούς πόρους, τα στρατηγικά ορυκτά και κυρίως το πετρέλαιο. Η πετρελαϊκή πολιτική των ΗΠΑ επέδειξε το μέγιστο βαθμό σταθερότητας μέσα στο χρόνο, δηλαδή δεν αποτελεί μόνο μια πολιτική ελέγχου των πρώτων υλών από τις οποίες οι ίδιες έχουν ανάγκη, αλλά ελέγχου και των πηγών τροφοδοσίας των διεθνών ανταγωνιστών τους, και ιδιαιτέρως της Ευρωπαϊκής Ενωσης αλλά και της Ιαπωνίας, της οποίας τις εισαγωγές σε πετρέλαιο τις ελέγχουν αδιάλειπτα από το 1949.
Αν λάβουμε υπόψη ότι από το 1900 ως σήμερα, σε αυτόν τον αιώνα, ο πληθυσμός των Ηνωμένων Πολιτειών αυξήθηκε τέσσερις φορές, αλλά η ανάγκη για χρησιμοποίηση πρώτων υλών αυξήθηκε δεκαεπτά φορές, τότε μπορούμε να καταλάβουμε το ρόλο του διεθνή χωροφύλακα των ΗΠΑ με το μανδύα των δήθεν ειρηνευτικών διαδικασιών.
Να θυμηθούμε μερικές από τις πιο πρόσφατες αυτές «ειρηνευτικές διαδικασίες», όπως: Ο διαμελισμός του Βελγικού Κονγκό χάριν των ουρανιούχων αποθεμάτων του, τα γεγονότα της Περσίας μετά την εθνικοποίηση των πετρελαίων της (Μοσαντέκ), η εγκαθίδρυση της στρατιωτικής δικτατορίας του Πινοσέτ στη Χιλή, όταν η εθνικοποίηση των ορυχείων χαλκού της χώρας αυτής ήταν πλέον ορατή, ο πόλεμος του Κόλπου, χάριν του ελέγχου των πετρελαϊκών κοιτασμάτων των Αραβικών (Αμερικανικών) Εμιράτων, η υποκίνηση και ενίσχυση των Τσετσένων ανταρτών, χάριν των πλούσιων κοιτασμάτων πετρελαίου της Κασπίας Θάλασσας, η σύλληψη και φυλάκιση του Κούρδου ηγέτη Οτσαλάν, προκειμένου να σβήσει κάθε ίχνος κουρδικής αντίστασης, για να περάσει με ασφάλεια ο μεγαλύτερος αγωγός πετρελαίου όλων των εποχών από το Τσεϊχάν.
Οσα αναφέρθηκαν πιο πάνω αποτελούν ένα μικρό δείγμα των περίφημων «ειρηνευτικών διαδικασιών», που επιβάλλονται στους μικρούς ανήμπορους λαούς, με στόχο τη διαρπαγή των φυσικών και άλλων πόρων, για να επαληθευτεί μέχρι τις μέρες μας η ρήση του Σενέκα: «Σε όλους τους πολέμους, από τον Τρωικό ίσαμε σήμερα, το κυριότερο ελατήριο υπήρξε η κλοπή και η διαρπαγή».
Φοβούμαι ότι τα Βαλκάνια θα είναι για αρκετά χρόνια θέατρο επιχειρήσεων «ειρηνευτικών διαδικασιών» των Αμερικανο - ΝΑΤΟικών συμφερόντων, με κύριο στόχο τα μεγάλα πετρελαϊκά κοιτάσματα του Βορείου Ιονίου και των αλβανικών παραλίων της Αδριατικής, καθώς και τα τεράστια υποθαλάσσια κοιτάσματα του Βορείου Αιγαίου.
Τα κύρια μεταλλεύματα της Αλβανίας είναι ο αρίστης ποιότητας χρωμίτης, οι πλουσιότατοι σε νικέλιο σιδηρονικελιούχοι λατερίτες απ' όπου εξάγεται σιδηρονικέλιο και τα διάσπαρτα χαλκούχα κοιτάσματα που αποτελούν την πρώτη ύλη για την παραγωγή χαλκού και χαλκοσυρμάτων. Επίσης, εξορύσσονται βιομηχανικά ορυκτά υψηλής ποιότητας από τάλκη, καολίνη και ορυκτοί άνθρακες (κυρίως λιγνίτες) που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Τέλος, πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου βρίσκονται σε εκμετάλλευση εδώ και 70 χρόνια, παράγοντας μέχρι και 60 χιλιάδες βαρέλια ανά ημέρα αργό πετρέλαιο (τη δεκαετία του '60) και παρά την εκμετάλλευση, η απόληψη δεν έχει φθάσει ακόμη ούτε στο 30% των καταγεγραμμένων αποθεμάτων. Βεβαίως, οι προοπτικές για την ανεύρεση νέων κοιτασμάτων ιδιαίτερα στις ακτές του Ιονίου και της Αδριατικής είναι τεράστιες.


Aucun commentaire:

Enregistrer un commentaire