Το βλέπαμε να έρχεται και δεν κάναμε τίποτα
Αραγε να φταίει η οργισμένη πολιτική μας κουλτούρα, αυτή να όπλισε το χέρι του Τζάρεντ Λι Λάφνερ και να τον εξώθησε σε αυτό που οι Αρχές ονομάζουν «ξέφρενο γλέντι βίας»; Ισως. Δεν είναι όμως αυτό το πιο ανησυχητικό ερώτημα, αλλά το γιατί κανείς δεν σταμάτησε αυτόν τον συχνά αλλοπρόσαλλο, παράλογο νεαρό στη μακρά του πορεία προς το μακελειό στην Τούσον.
Δεν εννοώ μόνο εκείνους που πούλησαν στον Λάφνερ το ημιαυτόματο πιστόλι Glock 19, ούτε τους ανθρώπους της Γουόλ-Μαρτ που, κατά τα λεγόμενά του, πούλησαν τις σφαίρες λίγες ώρες πριν από την επίθεση. Εννοώ την κοινότητα στην οποία ζούσε. Επρόκειτο για έναν νέο άνδρα που είχε εκδηλώσει σημάδια ψυχασθένειας. Στη δική μας πολιτισμική πραγματικότητα όμως, οι άνθρωποι δεν προσπαθούν ή δεν θέλουν να προσπαθήσουν να σταματήσουν τους Λάφνερ.
Στην Αμερική αφήνουμε ολομόναχους τους ανθρώπους έως ότου παραστρατήσουν. Οσοι ζούμε σε μεγαλουπόλεις περνάμε κάθε μέρα δίπλα από εξαθλιωμένους, απελπισμένους αστέγους, αποστρέφοντας το βλέμμα μας αντί να παρέμβουμε. Ακόμη και όταν προσπαθούμε να προλάβουμε ανθρώπους των οποίων η συμπεριφορά μοιάζει επικίνδυνη για τον ίδιο τους τον εαυτό και για τους άλλους, δύσκολα καταφέρνουμε κάτι, όπως ανακάλυψαν οι καθηγητές του Λάφνερ στο Κοινοτικό Κολέγιο Πίμα.
Δεν έχετε παρά να παρατηρήσετε τον μορφασμό του νεαρού όταν παρουσιάστηκε τη Δευτέρα στο δικαστήριο. Η φωτογραφία του καρφώνεται στο μυαλό. Τέτοια πρόσωπα έχουμε ξαναδεί, ανθρώπους σοβαρά διαταραγμένους να κυκλοφορούν στους δρόμους σε αυτή την εποχή της «αποασυλοποίησης».
Θα σας περιγράψω ποιους και τι συνάντησα την Τετάρτη το πρωί, λίγο πριν κάτσω να γράψω. Στη στάση του μετρό που είναι κοντά στο σπίτι μου, βρίσκονταν δύο καρότσια για τα ψώνια. Περιείχαν όλα τα υπάρχοντα δύο αστέγων, που εκείνη την τόσο κρύα ημέρα κάπου είχαν κρυφτεί. Ομως μια νεαρή και αφηρημένη γυναίκα προχωρούσε άσκοπα παραδίπλα, τουρτουρίζοντας μέσα στο φτηνό σακάκι της. Αργότερα, σε κάποια ανταπόκριση του μετρό, ένας εξαθλιωμένος άνδρας χωρίς δόντια βγήκε τρεκλίζοντας από το βαγόνι. Λίγο παρακάτω, σε άλλο τρένο, μια γυναίκα μιλούσε αδιάκοπα στον εαυτό της. Κανείς δεν παρενέβη, αφού δεν έμοιαζε ύποπτη, μόνο τρελή.
Οσοι έχετε εργαστεί σε άσυλο για αστέγους, ξέρετε ότι οι περισσότεροι από αυτούς πάσχουν από ψυχικές ασθένειες, σχετικές με τα ναρκωτικά ή το αλκοόλ. Ισως κάποτε να νοσηλεύτηκαν σε κρατικά θεραπευτήρια, δηλαδή σε τόπους εφιαλτικούς. Οπότε δικαίως το κίνημα της «αποασυλοποίησης» μερίμνησε ώστε να βγουν και πάλι στους δρόμους. Η αρχική ιδέα όμως ήταν να βρεθεί η χρηματοδότηση για στέγαση και περίθαλψη και όχι οι άτυχοι άνθρωποι να βρεθούν στις λεωφόρους.
Η περίπτωση του Λάφνερ αποδεικνύει πόσο δύσκολο είναι να βοηθήσει κανείς κάποιον ανισόρροπο. Στο Κοινοτικό Κολέγιο Πίμα είπαν ότι πέρυσι ο Λάφνερ είχε πέντε φορές κληθεί από την αστυνομία του κολεγίου για διατάραξη της ησυχίας στην τάξη και στη βιβλιοθήκη. Και όμως, πέρασαν μήνες έως ότου τον αποβάλουν στις 29 του περασμένου Σεπτεμβρίου, επειδή αποκάλεσε το κολέγιο «απάτη» και τους καθηγητές του «αγράμματους».
Φοιτητές και καθηγητές γνώριζαν ότι ο Λάφνερ μπορούσε να γίνει επικίνδυνος. Ο καθηγητής της Αλγεβρας, ο Μπεν ΜακΓκάχι, είπε στην «Ουάσιγκτον Ποστ» ότι όταν διαμαρτυρήθηκε για τις ταραχές που προκαλούσε ο Λάφνερ, η απάντηση ήταν «μα δεν έκανε ποτέ τίποτε για να βλάψει τους άλλους, δεν προκάλεσε κανένα. Δεν έφερε όπλα στην τάξη». «Ο Λάφνερ με τρομάζει λιγάκι», έγραψε μια φοιτήτρια στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. «Εάν όμως δεν κάνει κάτι κακό, κανείς δεν μπορεί να επέμβει. Δεν χρειάζεται να σου πω ότι κάθομαι σε αναμμένα κάρβουνα», έγραψε σε ένα μεταγενέστερο μήνυμα.
Το μακελειό στην Τούσον έγινε αιτία να αρχίσει η συζήτηση για την κατάρρευση και την παρακμή αυτού που ονομάζουμε ευγένεια και συνείδηση του πολίτη. Πολιτισμένη κοινωνία πολιτών δεν σημαίνει απλώς ότι δεν φωνασκούμε σε τηλεοπτικές συζητήσεις. Εχει κυρίως να κάνει με την ηθική σε μια κοινωνία, με κανόνες, ώστε οι άνθρωποι να προσπαθούν όσο μπορούν να φροντίζουν ο ένας τον άλλον.
Σκληρότητα και ούτε ίχνος από αβρότητα ή συμπάθεια αποπέμπουμε όλοι εμείς, που περνάμε δίπλα από τους άστεγους ανθρώπους που κλαίγονται και μουρμουρίζουν, και έπειτα διασχίζουμε τον δρόμο με τη λογική ότι όλα αυτά είναι ευθύνη άλλων. Αυτή η στάση αφαιρεί κάτι από μέσα μας, και ως ατόμων και ως έθνους.
Οπως συμβαίνει συνήθως, ο Τζάρεντ Λάφνερ δεν ήλθε στα κρυφά να μας ξεγελάσει, δεν μας κατέλαβε εξαπίνης. Τον βλέπαμε να έρχεται και δεν κάναμε τίποτε.
Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire