 | |
|
Των ΑΝΔΡΕΑ ΚΩΣΤΟΥΡΗ και ΜΙΧΑΛΗ ΠΕΡΣΙΑΝΗ
Σε αδιέξοδο οδεύουν οι συνομιλίες μεταξύ της κυβέρνησης και του εμιράτου του Κατάρ σχετικά με τη μεγάλη επένδυση που είχε αρχικά προγραμματιστεί για τον χώρο απέναντι από το ξενοδοχείο Χίλτον στη Λευκωσία. Σύμφωνα με ασφαλή πληροφόρηση, υπάρχει από πλευράς Κατάρ επιμονή για εκτίμηση της αξίας του τεμαχίου στα 50 με 60 εκατ. ευρώ, ένα ποσό που χαρακτηρίζεται ως απαράδεκτο. Μάλιστα, αρμόδιοι από πλευράς της Κυπριακής Δημοκρατίας αναφέρουν πως η δική τους εκτίμηση είναι ότι η επιμονή του Κατάρ στο ποσό των 60 εκατ. ευρώ αποτελεί μέρος της προσπάθειας του εμιράτου να οδηγήσει τις προσπάθειες σε αποτυχία.
Καμία απάντηση
Στα τέλη Νοεμβρίου έγινε στην Ντόχα του Κατάρ η τελευταία συνάντηση μεταξύ της επιτροπής που χειρίζεται την επένδυση του Κατάρ και της ομάδας από την Κρατική Αρχή Επενδύσεων του εμιράτου. Σε αυτήν διακριβώθηκε η διάσταση των απόψεων στον τρόπο εκτίμησης της γης, με τον οποίον αξιολογήθηκε η γη απέναντι από το ξενοδοχείο Χίλτον στη Λευκωσία. Συγκεκριμένα, η κυπριακή πλευρά έκανε την εκτίμησή της με βάση την πραγματική αξία της γης, συνυπολογίζοντας όμως και τον συντελεστή δόμησης, την κάλυψη και το ύψος που δύναται να προσεγγίσει ένα κτήριο που θα κατασκευαστεί στη συγκεκριμένη περιοχή. Στον «κυπριακό» υπολογισμό λήφθηκαν επίσης υπ’ όψιν και οι πωλήσεις ακινήτων που καταγράφηκαν πρόσφατα στη συγκεκριμένη περιοχή του ξενοδοχείου Χίλτον.
Με τη σειρά της, η πλευρά του Κατάρ εξέτασε το ζήτημα ως επένδυση και μόνον. Έτσι, το βασικότερο κριτήριο που χρησιμοποιεί το Κατάρ είναι η όσο το δυνατόν συντομότερη απόσβεση της επένδυσης που θα γίνει.
Κατά τις σχετικές συζητήσεις, η προσπάθεια της κυπριακής αποστολής ήταν να πείσει τους επίδοξους επενδυτές πως η δική της προσέγγιση ήταν η πιο δίκαιη και τεχνικά η πιο ορθή. Είχε, μάλιστα, διαφανεί πως η σύγκλιση των δύο πλευρών και το ζήτημα αφέθηκε αποκλειστικά στα χέρια των επίδοξων επενδυτών, για να δώσουν την τελική τους απάντηση. Σύμφωνα με σχετική πληροφόρηση, η κυπριακή αποστολή είχε δείξει έντονη διάθεση για υποχώρηση και είχε μειώσει το ύψος της εκτίμησης σημαντικά, σε σχέση με τα 150 εκατ. ευρώ, που ήταν η αρχική εκτίμηση.
Από την επιτροπή που χειρίζεται το ενδεχόμενο επένδυσης του Κατάρ αναφέρθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο πως ήταν τότε λίγων εβδομάδων ή και μερικών ημερών να φτάσει απάντηση από το εμιράτο, ενώ θεωρούσαν τη συνεργασία ως το πιθανότερο σενάριο.
Σήμερα, όμως, τα δεδομένα είναι άρδην διαφοροποιημένα, αφού η κυπριακή πλευρά αναμένει ακόμη την απάντηση του Κατάρ και δεν είναι ακόμη σαφές εάν θα απαντήσει ποτέ, έστω και αρνητικά. Ο πρόεδρος της επιτροπής που χειρίζεται την επένδυση του Κατάρ εμφανίστηκε απογοητευμένος, κάνοντας δηλώσεις στην «Κ», αναφέροντας συγκεκριμένα ότι «ο χρόνος που έχει περάσει από την τελευταία μας συνάντηση στην Ντόχα του Κατάρ είναι πολύς και δεν έχουμε οποιαδήποτε απάντηση εκ μέρους των Αράβων, γεγονός που δεν μας αφήνει να έχουμε και πολλές ελπίδες πως τελικά η επένδυση θα γίνει».
Ελπίδες Έστω και λίγες, όμως, ελπίδες υπάρχουν ακόμη για το ότι η επένδυση θα μπορέσει τελικά να υλοποιηθεί. Ωστόσο, το μεγάλο χρονικό διάστημα που έχουν οι εταίροι από το Κατάρ για να απαντήσουν κάνει την κυπριακή πλευρά να βλέπει πλέον ως ιδιαίτερα απομακρυσμένο το σενάριο της ολοκλήρωσης της επένδυσης. Παράλληλα, το Υπουργείο Οικονομικών ήθελε πάση θυσία μια συμφωνία με το Κατάρ, όχι τόσο για τα άμεσα οικονομικά οφέλη, αλλά για τις έμμεσες θετικές επιπτώσεις που θα προκύψουν από ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Αρκετός λόγος είχε γίνει, πέρα από τις διπλωματικές προεκτάσεις της επένδυσης, στην επίδραση που θα είχε στην απασχόληση. Όπως είναι φυσικό, ένα τόσο μεγάλο έργο, το οποίο είχε αρχικά υπολογιστεί στο 1 δισ. ευρώ, θα είχε πολλαπλές προεκτάσεις για την κυπριακή οικονομία, ενώ θα αποτελούσε και ισχυρό μήνυμα προς άλλους δυνητικούς επενδυτές.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οι δηλώσεις του μέλους της επιτροπής για την επένδυση από το Κατάρ, Πάμπου Παπαγεωργίου, ο οποίος αναφέρει: «Ακόμη στο Κατάρ εξετάζουν κατά πόσον η επένδυση για την οποία έχουμε μιλήσει θα είναι βιώσιμη, αλλά και ποιο είναι το ύψος του ποσού που πρέπει να δαπανήσουν, για να έχουν κάποιο κέρδος, σε εύλογο βέβαια χρονικό διάστημα. Είμαστε απαισιόδοξοι από τον σκεπτικισμό με τον οποίον οι Άραβες αντιμετωπίζουν το ζήτημα της επένδυσης, κατάσταση η οποία δεν μας αφήνει μεγάλα περιθώρια να ελπίζουμε ότι τελικά η συμφωνία θα ολοκληρωθεί».
Διπλωματικό παρασκήνιο Από την πλευρά του, το Υπουργείο Οικονομικών διαμηνύει πως πίσω από την στάση του Κατάρ εντοπίζει διπλωματικές παρεμβάσεις από πλευράς της Τουρκίας. Πάντως, η πληροφορία πως το Κατάρ θα επένδυε στα Κατεχόμενα, εάν δεν «ερχόταν» στην ελεύθερη Λευκωσία, η οποία είχε διαρρεύσει από την κυβέρνηση μόλις άρχισαν οι πρώτες επαφές με το εμιράτο, ελέγχεται ως ανακριβής. Οι παρεμβάσεις της Τουρκίας, ωστόσο, είναι μάλλον προφανείς.
Ο γενικός διευθυντής του Οργανισμού Προσέλκυσης Ξένων Επενδύσεων (CIPA), Σωτήρης Σωτηρίου, βλέπει και πολιτικό παρασκήνιο στο διαφαινόμενο ναυάγιο της επένδυσης του Κατάρ, συνδυάζοντας τα λεγόμενά του με την πρόσφατη επίσκεψη του Τούρκου Πρωθυπουργού, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο Κατάρ. «Εάν η συμφωνία ολοκληρωνόταν πριν από την επίσκεψη των Τούρκων στο εμιράτο, τότε δεν θα είχαμε κανένα πρόβλημα, αλλά από τη στιγμή που έχουν πάει, θεωρώ ως δεδομένο πως έχουν πιέσει το Κατάρ να μην προχωρήσει σε συμφωνία με τη χώρα μας», είναι η χαρακτηριστική δήλωση του κ. Σωτηρίου. Σημειώνεται πως από τουρκικής πλευράς η επίσκεψη Ερντογάν έχει έντονο επιχειρηματικό χαρακτήρα, αφού ο Τούρκος Πρωθυπουργός, ο οποίος επίσης επισκέφτηκε το Κουβέιτ, συνοδεύτηκε από 413 επιχειρηματίες, σύμφωνα με τη «Zaman».
Άλλες επενδύσεις Σημειώνεται ακόμη πως μετά την τελευταία συνάντηση των δύο πλευρών στην πρωτεύουσα του Κατάρ, Ντόχα, η αραβική πλευρά φέρεται να ζήτησε από την κυπριακή αποστολή την εξασφάλιση φακέλου με όλα τα μεγάλα έργα – ιδιωτικού και δημόσιου τομέα – που σχεδιάζονται να γίνουν στη χώρα, ούτως ώστε να εξετάσει εάν υπάρχει έδαφος για επενδύσεις σε αυτά τα projects. Ο γενικός διευθυντής του CIPA αναφέρει επ’ αυτού ότι ο φάκελος είναι εδώ και κάποιες εβδομάδες στο Κατάρ και αναμένουμε να δούμε εάν θα προκύψει οποιαδήποτε ανταπόκριση από την Κρατική Αρχή Επενδύσεων του εμιράτου. Σημειώνεται ότι δεν έχει τεθεί κάποιο χρονοδιάγραμμα, για να δοθούν απαντήσεις από το Κατάρ, αλλά ούτε και οποιαδήποτε δέσμευση πως το εμιράτο οφείλει να δώσει τέτοιου είδους απαντήσεις. «Ίσως να προκύψουν εξελίξεις σε μερικούς μήνες σχετικά με τον φάκελο των μεγάλων έργων που έχουμε αποστείλει στο Κατάρ και αφού ξεχαστούν, έστω και μερικώς, οι παρεμβάσεις της τουρκικής πλευράς», αναφέρει ο Σωτήρης Σωτηρίου.
Από την άλλη όμως και παρά τη γενναία προσπάθεια από πλευράς των αρμοδίων, σε αυτό το σημείο δεν φαίνεται να υπάρχουν πολλά περιθώρια συνεργασίας. Σημειώνεται η επιμονή των επενδυτικών αρχών του εμιράτου πως για να προχωρήσει οποιοδήποτε project, απαιτείται η συμμετοχή του κράτους. Έτσι το ενδιαφέρον τους για ιδιωτικές επενδύσεις μάλλον δεν δείχνει να προχωρεί. Παρόμοια στάση διαφάνηκε εξάλλου και στις συζητήσεις του εμιράτου με την Εκκλησία της Κύπρου.
Και «εσωτερικά» προβλήματα στο ΚατάρΠέρα από την πίεση που ενδεχομένως να δέχτηκε το εμιράτο από την Τουρκία για ακύρωση των σχεδιασμών του σχετικά με την επένδυση παρά το Χίλτον, προφανή προβλήματα υπάρχουν και όσον αφορά τους οικονομικούς σχεδιασμούς του εμιράτου. Πίσω από την εύρωστη εικόνα, με την υψηλή ρευστότητα και τη ραγδαία ανάπτυξη που παρουσιάζει το Κατάρ, υπάρχει μια μακρά σειρά από προβλήματα, που έχουν να κάνουν με την κακοδιαχείριση των επενδύσεων.
Οι υπερβολικές αναπτύξεις στο εμιράτο μείωσαν δραματικά την αξία των ακινήτων, αφού η προσφορά ξεπέρασε κατά πολύ τη ζήτηση. Αποτέλεσμα, οι αναπτύξεις να μην είναι κερδοφόρες και τα δάνειά τους να μην αποπληρώνονται. Ακόμα, οι μισές περίπου τράπεζες του Κατάρ χρειάστηκαν διάσωση το 2009 των δανείων που παραχώρησαν σε μη βιώσιμες υπερπολυτελείς αναπτύξεις.
Δυσκολίες Πίσω από το δημοσιονομικό πλεόνασμα της τάξης του 12,5% για το 2009 και την ανάπτυξη του πραγματικού ΑΕΠ κατά 23,3% το 2010, υπάρχει μια δύσκολη συγκυρία στο εμιράτο. Για παράδειγμα, η ανάπτυξη οφείλεται στη φούσκα των ακινήτων και στο γεγονός ότι έχουν ήδη ολοκληρωθεί δύο νέες πλατφόρμες εξαγωγής φυσικού αερίου. Τα έσοδα από τους υδρογονάνθρακες, όμως, δημιουργούν μια επίπλαστη εικόνα.
Οι υπερπολυτελείς αναπτύξεις των τελευταίων χρόνων ακολούθησαν μια περίοδο ανεπαρκούς προσφοράς ακινήτων, τόσο εμπορικών όσο και οικιστικών. Για να αντιμετωπιστεί αυτή έλλειψη, η χώρα υλοποίησε μια σειρά μεγαλεπήβολων αναπτύξεων υψηλού κόστους, η οποία όμως σήμερα αντιμετωπίζει ισχυρές πιέσεις. Η ελλιπής προσφορά έχει μετατραπεί σε υπερπροσφορά που έχει προκαλέσει απότομη μείωση στις τιμές των ακινήτων (τόσο πώλησης όσο και ενοικίασης), ενώ πολλές αναπτύξεις είναι σήμερα κενές, τη στιγμή που πολλά projects ολοκληρώνονται και διατίθενται στην αγορά.
Φυσιολογικά η αποτυχία των μεγάλων έργων μεταφέρθηκε και στον τραπεζικό τομέα του εμιράτου, ο οποίος, πέρα από τις μνημειώδεις επισφάλειες, κατέχει και άμεση έκθεση στην αγορά ακινήτων. Σημειώνεται πως εάν εξαιρέσει κανείς την αγορά του φυσικού αερίου και του πετρελαίου, η αγορά παρουσίαζε από τα μέσα του 2008 και μετά σοβαρά προβλήματα. Έρευνες διεθνών αναλυτών έβρισκαν στις αρχές του 2010 πως 19% των εργοδοτών δεν είχαν σκοπό να απασχολήσουν νέους εργαζομένους, ενώ άλλο 49% ανέφερε πως «ίσως» να ανοίξουν νέες θέσεις. Αυτή η εικόνα ανατρέπει την εικόνα που διαμορφώθηκε μετά από πολλά χρόνια για τη συνεχή αύξηση της αγοράς, η οποία ανάγκασε το εμιράτο να προχωρήσει στην απασχόληση πολλών ξένων εργατών. Μάλιστα, τόσοι πολλοί ήταν οι ξένοι εργάτες τα προηγούμενα χρόνια, που η αύξηση του πληθυσμού κυμαινόταν κοντά στο 15%.
ΤιμέςΧαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι οι τιμές πώλησης οικιών σημείωσαν κάμψη μεταξύ 30% και 40% το 2009, σε σχέση με το 2008, ενώ τα ενοίκια μειώθηκαν κατά 25% με 30% κατά το ίδιο διάστημα. Η εικόνα αυτή συνεχίστηκε και το 2010, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν ασφαλή στοιχεία.
Έρευνα της «Καθημερινής» τον περασμένο Μάιο έδειξε πως τα ενοίκια εμπορικών χώρων στην κεντρική, εμπορική περιοχή της Ντόχας έφταναν μόλις στο 43% των ενοικίων στο κέντρο της Λευκωσίας. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι στην Ντόχα οι αναπτύξεις είναι και καινούργιες, αλλά και υπερπολυτελείς. Στο γνωστό Pearl οι τιμές πώλησης έχουν ήδη σημειώσει κάμψη κατά 5%, με τους εκτιμητές να αναφέρουν πως οι «επίδοξοι αγοραστές αποκτούν πλέον ευχέρεια επιλογής».
Από την εικόνα αυτή δεν διασώθηκαν ούτε οι τράπεζες του εμιράτου. Πέρα από την εθνική τράπεζα του Κατάρ (Qatari National Bank, QNB), στην αγορά δραστηριοποιούνται άλλες 15 τράπεζες. Από αυτές οι οκτώ, συμπεριλαμβανομένης και της QNB που είναι η μεγαλύτερη, χρειάστηκαν κρατική διάσωση μέσα στο 2009. Πηγές που πρόσκεινται στο καθεστώς του εμίρη αναφέρουν πως η άμεση διάσωση ανήλθε τουλάχιστον στα 4,6 δισ. ευρώ, χωρίς να υπολογίζεται η άμεση τόνωση των ενεργητικών των τραπεζών.
Παρόλο που δεν τέθηκε ποτέ ζήτημα αποτυχίας των τραπεζών του εμιράτου, η εικόνα που παρουσιάζουν καταδεικνύει το πόσο αποτυχημένες ήταν οι μεγαλεπήβολες επενδύσεις του εμιράτου τα τελευταία χρόνια.
Ήταν αφελής η στάση της Κύπρου; Τα στοιχεία που αφορούν τις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Κατάρ στην ανάπτυξη ακινήτων δεν ήταν κάτι καινούργιο ούτε προέκυψε την εσχάτη. Η «Καθημερινή», μάλιστα, είχε δημοσιεύσει αναλύσεις σχετικά με αυτά τα προβλήματα και η κυβέρνηση λογικά θα γνώριζε περισσότερα από όσα εμείς.
Έτσι, ελέγχεται η σπουδή της κυβέρνησης να προχωρήσει με τόση θέρμη στη σύναψη της γνωστής συμφωνίας. Η λογική, τότε, σύμφωνα με δηλώσεις αρμοδίων κυβερνητικών αξιωματούχων, ήταν πως «δεν θα κάνουν οι Καταριανοί ανάπτυξη και θα την αφήσουν κενή». Ότι δηλαδή το εμιράτο θα μπορεί να εξασφαλίσει ζήτηση για το μεγάλο αυτό έργο. Θεωρήθηκε, έτσι, πως από τη στιγμή που το εμιράτο θα «μπει» στην επένδυση, θα φροντίσει επίσης να εξασφαλίσει την απαιτούμενη ζήτηση για αυτήν. Επομένως, θεωρήθηκε πως η συμμετοχή του εμιράτου αποτελούσε εγγύηση για τη βιωσιμότητα του έργου.
Υπενθυμίζεται μάλιστα πως μόλις άρχισαν οι διαβουλεύσεις με το Κατάρ, λέχθηκε από επίσημα χείλη πως οι Άραβες θα κυκλοφορούσαν με λιμουζίνες στη Λευκωσία και θα ξόδευαν μυθικά ποσά στην Κύπρο.
Τη στιγμή, όμως, που το εμιράτο αδυνατεί να εξασφαλίσει πελάτες για τις μεγάλες επενδύσεις που γίνονται στην Ντόχα, ήταν μάλλον αφελής η σκέψη πως θα εξασφάλιζε «με τις διασυνδέσεις του» την απαιτούμενη ζήτηση για τη Λευκωσία. Γι’ αυτό και η οικονομική συγκυρία στο ίδιο το Κατάρ είναι εξαιρετικά σημαντική. Αγνοήθηκε, όμως, προφανώς διότι τα θεμελιώδη στοιχεία του εμιράτου είναι εντυπωσιακά, λόγω των εσόδων από τους υδρογονάνθρακες. Πάντως, από τη δική του πλευρά, το Υπουργείο Οικονομικών παρουσιάστηκε σκεπτικό για το ενδεχόμενο συμμετοχής του Δημοσίου στην ανάπτυξη, ακριβώς διότι υπήρχαν αμφιβολίες για τη βιωσιμότητά του. Η κυβέρνηση, ωστόσο, θεώρησε πως μια «τόσο μεγάλη» επένδυση δεν μπορούσε να αποτύχει, με αποτέλεσμα να μη γίνουν καν μελέτες για τη βιωσιμότητα του έργου, πριν προχωρήσουν οι διαβουλεύσεις με το Κατάρ.
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε σε ποιο επίπεδο η δύσκολη στάση που τηρεί το εμιράτο επηρεάζεται από την Τουρκία ή αν θα αποτύχει τελικά η συμφωνία. Εντούτοις, το βέβαιο είναι πως το εμιράτο έχει αντικειμενικούς λόγους να είναι προσεκτικό με τις επενδύσεις του, ενώ ταυτόχρονα η κατάσταση στην Ντόχα δείχνει πως δεν πρόκειται για αλάνθαστους επενδυτές. |
Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire