Η Αυγούστα της "ρομαντικής" παπαδιαμαντικής δημιουργίας
Της Μαρίας Γκασούκα*

Το Παπαδιαμαντικό έργο, όπως έχω ξαναπεί, σηματοδοτεί την έναρξη μιας φιλογυναικείας λογοτεχνίας στη χώρα μας, η οποία ακόμη και σήμερα δεν εμφανίζεται ιδιαίτερα πλούσια. Ταυτόχρονα, αποτελεί σημαντική πηγή άντλησης στοιχείων που βοηθούν τη διερεύνηση της κοινωνικής θέσης των Ελληνίδων γυναικών του 2ου μισού του 19ου αιώνα, τόσο στην ύπαιθρο, όσο και στην πόλη. Τη θέση αυτή των Ελληνίδων προσπαθούν να ανασυνθέσουν επιμέρους εργασίες ερευνητών και, κυρίως, ερευνητριών, με δεδομένα τα κενά που παρουσιάζει και η σχετική ελληνική ιστοριογραφία.
Ο Παπαδιαμάντης εγκαινιάζει τη φιλογυναικεία λογοτεχνία μολονότι οι σχέσεις του με τις γυναίκες είναι ιδιότυπες, περίπλοκες και συχνά αντιφατικές: σχέσεις αγάπης, φόβου, συμπόνιας, αποστροφής και κατανόησης, ανομολόγητου έρωτα και ομολογουμένης απόρριψης. Τα συναισθήματα και οι αντιδράσεις που οι γυναίκες προκαλούν στον Παπαδιαμάντη παραμένουν συνήθως κρυμμένα πίσω από μία μοναχική και προσηλωμένη θρησκευτικότητα, η οποία δεν πρόσφερε πολλά περιθώρια σ' αυτούς που θα επιθυμούσαν, ίσως, να διερευνήσουν αυτό το κομμάτι του εαυτού του, ενόσω ακόμα ζούσε. Αρκετοί το επιχείρησαν αργότερα, αρκέστηκαν, όμως, στην προσπάθεια αποκάλυψης μιας μόνο πτυχής της στάσης του Παπαδιαμάντη απέναντι στις γυναίκες, της ερωτικής, μη υποψιαζόμενοι, προφανώς, την ευρύτητα και το βάθος αυτής της στάσης.
Ο Παπαδιαμάντης, συνειδητά ή όχι, μίλησε πολύ για τις γυναίκες μέσα στο έργο του. Και αποκάλυψε με τον τρόπο που μίλησε εκείνα, επίσης, που συνειδητά ή όχι αισθανόταν ή και διαισθανόταν γι' αυτές. Ωστόσο, αυτός ο λόγος του Παπαδιαμάντη ακούστηκε πάντοτε ψιθυριστά, μ' αποτέλεσμα να τον αγνοούν και οι ίδιες οι γυναίκες. Από την άποψη αυτή, επισημαίνεται μια σοβαρή έλλειψη στη βιβλιογραφία για τον Παπαδιαμάντη γενικά, η οποία υποτιμά εμφανώς το συγκεκριμένο ζήτημα και ακόμα μια παράλειψη των γυναικών να γνωρίσουν, να κατανοήσουν και να αναδείξουν ένα λογοτεχνικό έργο που το μεγαλύτερο μέρος του μοιάζει ν' απευθύνεται αποκλειστικά σχεδόν σ' αυτές.
Ο Παπαδιαμάντης, φυσικά, δεν είναι ο ενσυνείδητος, κοινωνικά προωθημένος «φεμινιστής» της εποχής του. Και είναι μάλλον βέβαιο πως θ' αντιδρούσε έντονα αν γνώριζε πως του αποδίδεται ένας παρόμοιος τίτλος. Συχνά, όμως, τα ίδια τα έργα ξεπερνούν και τις προθέσεις και τις διαθέσεις των δημιουργών τους. Το σίγουρο είναι πως η παπαδιαμαντική δημιουργία είναι γυναικοκεντρική. Άλλωστε, οι κοινωνίες και οι χώροι που περιγράφει ο Παπαδιαμάντης, οι κοινωνίες, δηλαδή, που γνωρίζει και στις οποίες ουσιαστικά ζει, είτε στο νησί του είτε στις αθηναϊκές λαϊκές αυλές, είναι κοινωνίες γυναικών, οι οποίες διαχειρίζονται, τελικά, άμεσα ή έμμεσα, τις περισσότερες και πιο ενδιαφέρουσες από τις κοινωνικές σχέσεις που διαμορφώνονται.
Ο κόσμος αυτός είναι οικείος και κοντινός στον συγγραφέα και, παρά την πολυπλοκότητα, τις αντιφάσεις του ή τη σύγχυση που του προκαλεί, τον κάνει να αισθάνεται ασφαλής και πρόθυμα συνδιαλέγεται μαζί του. Η απόδοση αυτού του κόσμου στα γραπτά του αποτελεί αναμενόμενη κατάληξη, καθώς έχει ουσιαστικά στρέψει την πλάτη στον κόσμο των ανδρών, ιδιαίτερα των ανδρών της πόλης, των οποίων πολλές ενασχολήσεις και αντιλήψεις αποδοκιμάζει ως επικίνδυνες. Ασχολείται μαζί τους κυρίως για να τις χλευάσει.
Το παπαδιαμαντικό έργο από τη σκοπιά του Φύλου
Έχει εξαιρετική σημασία, κατά την άποψή μου, η κοινωνική προσέγγιση του συνόλου του παπαδιαμαντικού έργου και, μάλιστα, από την πλευρά του κοινωνικού φύλου. Μία τέτοια προσέγγιση μας αποκαλύπτει σχεδόν αμέσως το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν και τα τέσσερα μυθιστορήματα της ρομαντικής του περιόδου («Η Μετανάστις», 1879, «Οι Έμποροι των Εθνών», 1882, «Η Γυφτοπούλα», 1884 και «Χρήστος Μηλιόνης», 1885), αφού σ' αυτά διαμορφώνεται ήδη ο δρόμος που πρόκειται να διανύσει προς αυτή την κατεύθυνση ο συγγραφέας. Τα περισσότερα από τα στοιχεία που θα αναπτύξει αργότερα και τα οποία προσδιορίζουν κοινωνικά το σύνολο της δημιουργίας του, και ιδιαίτερα τους γυναικείους του χαρακτήρες, βρίσκονται κιόλας μέσα σ' αυτά. Εντοπίζονται ήδη στη «Μετανάστιδα» και θα είναι διάχυτα σ' ολόκληρο το έργο του, για να φτάσουν στην κορυφαία σύνθεσή τους στο πρόσωπο της Φραγκογιαννούς [1]. Και έχει σημασία ότι τα στοιχεία αυτά, όπως μπορεί να διαπιστωθεί από την κοινότητά τους λ.χ. τόσο στην Αυγούστα (Οι Έμποροι των Εθνών), όσο και στη Φραγκογιαννού (Η Φόνισσα), δεν βρίσκονται όλα κατ' ανάγκην σε πρωτογενή κατάσταση. Ένα μέρος τους έχει ολοκληρωθεί πολύ νωρίς και λειτουργεί πλέον αποκαλυπτικά για την ιδεολογία του συγγραφέα και τις εσωτερικές του συγκρούσεις ανάμεσα σ' αυτή την ιδεολογία και το ένστικτο του, ευαίσθητο απέναντι στο κοινωνικό γίγνεσθαι.
Πιο συγκεκριμένα, η σύλληψη της Αυγούστας, οι προβληματισμοί και οι πράξεις της, δημιουργούν ένα γυναικείο χαρακτήρα όχι συνηθισμένο, ταυτόχρονα με την επιβεβαίωση του γεγονότος πως η γυναικεία υποταγή δεν ήταν πάντοτε δεδομένη ολοκληρωτικά, πως οι στάσεις και οι αντιστάσεις μ' οποιαδήποτε μορφή, ήταν τόσο υπαρκτές, όσο και αποσιωπημένες.
Η Αυγούστα και τα ανθρώπινα δικαιώματα που διεκδικεί αποτελούν την πρώτη συνεισφορά του Παπαδιαμάντη στη φιλογυναικεία λογοτεχνία και, ταυτόχρονα, την πρώτη υπέρβαση της καθημερινής του συνείδησης και θρησκευτικότητας, και μάλιστα σε νεαρή ηλικία. Την ίδια περίοδο θα τελειώσει και η προσπάθεια του Παπαδιαμάντη για τη δημιουργία σημαντικών και ενδιαφερόντων ανδρικών χαρακτήρων.
Σημειώνεται στο σημείο αυτό, ότι οι προσεγγίσεις των γυναικείων χαρακτήρων, όπως τις συνηθίζει ο Παπαδιαμάντης, αναδεικνύουν μέσα στο έργο του αυτό που καλείται ιδεολογία του φύλου και που για τις γυναίκες, προσδιορίζεται με την έννοια της τιμής και όσων αυτή συνεπάγεται. Πρόκειται για τις αξίες της ντροπής, της κοσμιότητας, της σεμνότητας κ.λπ. που παρουσιάζουν μοναδική μέσα στο χρόνο αντοχή. Η τιμή αποτελεί βεβαίως αξία και της ανδρικής συμπεριφοράς με διαφορετικό όμως περιεχόμενο, που σχετίζεται λιγότερο με την ερωτική συμπεριφορά, όπως συμβαίνει αποκλειστικά με τη γυναικεία τιμή. Έτσι, κάθε προσπάθεια υπέρβασης των καθορισμένων ορίων στην ερωτική συμπεριφορά συνεπάγεται την απώλεια της «τιμής» με βαρύτατες συνέπειες.
Ο Παπαδιαμάντης ενώ δεν φαίνεται να αμφισβητεί τα όρια αυτά, εντούτοις, προτιμά κάποτε να δημιουργεί γυναικείους χαρακτήρες που επιχειρούν αυτού του είδους τις υπερβάσεις, μάλιστα διαμορφώνει μαζί τους έντονες σχέσεις, όπως συμβαίνει με την Αυγούστα, την πιο ενδιαφέρουσα μετά τη Χαδούλα- Φραγκογιαννού ηρωίδα του.
Η Αυγούστα των «Εμπόρων των Εθνών»
Η Αυγούστα έχει ανατραφεί και προετοιμαστεί να παίξει το ρόλο της σεμνής και ενάρετης, πιστής συζύγου, της κλεισμένης στο κάστρο του αφέντη-συζύγου της, με μοναδική διέξοδο το μοναστήρι. Τον ρόλο αυτόν αναλαμβάνει για μεγάλο χρονικό διάστημα και μάλιστα με επιτυχία, όπως παραδέχεται ο συγγραφέας: «ωραία και αθώα ως περιστερά, ήτο το σέμνωμα της οικίας».
Η Αυγούστα, ως σύζυγος του Μούχρα στο «μεγάλο», «ευπρεπές» και οχυρωμένο με τρεις πύργους και με ψηλό τείχος σπίτι του ήταν μεν «αθώα ως περιστερά», γρήγορα όμως μεταβλήθηκε σε γυναίκα που ήπιε «το ποτήριον της πόρνης ως λέγει η αποκάλυψις» αμέσως μόλις συγκρούστηκε με την κυρίαρχη έμφυλη ιδεολογία. Η καθοριστική παρουσία του Βενετού μετέτρεψε το «σέμνωμα» σε εξεγερμένη γυναίκα, που μέσα από μία πορεία οδύνης -κοινωνικές συγκρούσεις, ενοχές, τύψεις, από την αυτοαπόρριψη και την αυτοανάταση-καταλήγει να προτιμήσει το πάθος της και τις ανάγκες του κορμιού της από τη σωτηρία της ψυχής της, σε μια σπάνια στη νεοελληνική λογοτεχνία αναζήτηση της υποκειμενικότητάς της.
Είναι πολλά και ουσιαστικά τα κοινά χαρακτηριστικά της Αυγούστας και της Χαδούλας, παρά τα διαφορετικά σημεία αφετηρίας τους, τους διαφορετικούς κόσμους στους οποίους ζουν και τα διαφορετικά, επιφανειακά έστω, προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Κοινά τους στοιχεία είναι το ίδιο, στις αναλογίες του, αυταρχικό περιβάλλον, η ίδια χρησιμοποίηση από τρίτους (σύζυγος- εραστής για την Αυγούστα, γονείς-σύζυγος-παιδιά για τη Χαδούλα), η ίδια τραυματισμένη ψυχοσύνθεση, η ίδια άρνηση προσφυγής στην εκκλησία, η εξέγερση και η ρήξη με το κοινωνικό περιβάλλον, η πτώση και τέλος η κάθαρση, με την ενεργό συμμετοχή της φύσης (φωτιά στη μία, νερό στην άλλη περίπτωση).
Σκιαγραφώντας την Αυγούστα, ο Παπαδιαμάντης παραδέχεται για πρώτη φορά καθαρά πως, η εκκλησία και οι κανόνες της, οι ιερείς και οι παρεμβάσεις τους στην προσωπική ζωή των πιστών, ανεξάρτητα από δόγμα, δεν είναι πάντοτε τρόποι αποτελεσματικοί, δεν αποτελούν στηρίγματα και καταφύγια των ανθρώπων και ιδιαίτερα των γυναικών, των οποίων η σχέση με την εκκλησία, τους εκπροσώπους της και τον τρόπο ζωής της είναι, παρ' όλα αυτά, στενότατα συνδεδεμένη. Πρόκειται για μία τολμηρή θέση του Παπαδιαμάντη, συνεπή όμως με τη θρησκευτική του ιδιαιτερότητα.
Όλα τα παραπάνω γίνονται εμφανή στη διάρκεια της εξομολόγησης της, καθολικής, Αυγούστας προς τον ιερέα, στην οποία και επέλεξα να περιορίσω την αναφορά μου, για οικονομία του χώρου. Στο πλαίσιό της αποκαλύπτονται η αγωνία, οι ενοχές, οι συγκρούσεις της συγκεκριμένης γυναίκας ανάμεσα σε ό,τι θεωρεί καθήκον της και στα συναισθήματα και τις επιθυμίες της, οι μεταφυσικοί της φόβοι, όλη η επώδυνη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει, για να καταλήξει όμως σε νίκη όλων των «απαγορευμένων» επάνω στα κοινωνικά και εκκλησιαστικά αποδεκτά.
Βρισκόμαστε, δηλαδή, μπροστά στον θρίαμβο της ανθρώπινης φύσης, πάνω στον τρόμο που επιβάλλουν οι διάφορες κοινωνικές συμβάσεις, στις οποίες έχει υπαχθεί και η σύμβαση της αμαρτωλότητας, ανάλογα με την ερωτική συμπεριφορά των γυναικών. Ο ιερέας, που εδώ συμβολίζει την ανδρική και θεολογική λογική και ηθική, δεν είναι σε θέση ν' αποδεχθεί ή να εξηγήσει το γυναικείο μεγαλείο της Αυγούστας. Δεν μπορεί να δεχθεί πως είναι δυνατό να ανήκουν σε γυναίκα του καιρού και της τάξης της λόγοι όπως αυτοί: «Συχνάκις καταβαίνει εις τα χείλη μου ασεβής λογισμός κι αναβαίνει εναγής επιθυμία. Οι στεναγμοί μου τα δύο ταύτα μεταφράζουσιν εις την πυρίνην γλώσσαν του έρωτος και της απελπισίας… ουδέποτε μετενόησα δια το έγκλημά μου τούτο, πάτερ, ουδέ πιστεύω ότι είναι δυνατόν να μετανοήσω… Η σαρξ δεν δύναται να καταβληθή, ο έρως δεν δύναται να υποχωρήσει».
Τη διακήρυξη των πιο ανθρώπινων δικαιωμάτων -κι ας το αγνοεί και η ίδια, όπως και ο συγγραφέας άλλωστε-από την Αυγούστα, ο ιερέας θεωρεί «φοβερές» και «απίστευτες» ομολογίες. Παρ' όλα αυτά, η ασυνήθιστη για την εποχής της γυναίκα επηρεάζει τον άνδρα-ιερέα. Ο διεγερτικός της λόγος τον οδηγεί σε κρίσιμες για το φύλο και την ιεροσύνη του σκέψεις. Αντιλαμβάνεται την κοινωνική υποκρισία και, σε μια στιγμή, δέχεται ως απόδειξη μέγιστου θάρρους την εξομολόγηση της Αυγούστας [«Ο πατήρ Αμμούν προέβη ούτω εις τας σκέψεις του και διηπόρει αν και οι άνδρες έχουσι πολλώ πλείονα ειλικρίνειαν της των γυναικών εν τη εξομολογήσει»], φτάνοντας και στην αμφισβήτηση της χρησιμότητας κι αυτής ακόμη της εξομολόγησης: «.... εις τι χρησιμεύει η εξομολόγησις και διατί ούτος ο θεσμός ;»
Για μια στιγμή όμως. Το άγνωστο τον τρομάζει. Οτιδήποτε απειλεί τις βεβαιότητές του, τις παραδοχές και την ασφάλειά του εκδιώκεται και ο άνδρας-ιερέας περιχαρακώνεται στον παραδοσιακό έμφυλο και ιδεολογικό του κόσμο: Μία γυναίκα με τέτοιες σκέψεις και αποφάσεις δεν μπορεί παρά να είναι όργανο του διαβόλου, που μιλάει για λογαριασμό της: «Δαιμόνιον, δαιμόνιον έχεις, δυστυχής, τη είπε. Καλά το είπες και μόνη σου· ή μάλλον το δαιμόνιον είπεν αφ' εαυτού το όνομά του» [Το συμπέρασμα του ιερέα πολυ λίγο διαφέρει από τον προβληματισμό του συγγραφέα: «Είχεν άρα φυσικόν τι ο έρως της Αυγούστης;»].
Η επίκληση του δαιμονίου δεν επιδρά στη γυναίκα η οποία έχει υπερβεί πλέον το έμφυλο όριο και η κόλαση είναι ανίσχυρη να την τρομοκρατήσει. Ακριβώς τότε συντελείται και η ολοκλήρωση της γυναικείας στάσης. Η Αυγούστα, χωρίς δισταγμό, διακόπτει την εξομολόγηση -μια πράξη βίαιη και «αμαρτωλή»- για να έλθει σ' επαφή μ' εκπροσώπους του έξω από το μοναστήρι κόσμου, με την ελπίδα να πάρει από εκεί τα μηνύματα που το κορμί και η καρδιά της περιμένουν.
Από την Αυγούστα στη Χαδούλα
Ολοκληρώνοντας, αξίζει να επισημάνω ξανά πως η δημιουργία της Αυγούστας εξηγεί τη συχνά επανερχόμενη απορία και αμηχανία για το πώς ένας συγγραφέας με την αγωγή και τη θρησκευτικότητα του Παπαδιαμάντη έγραψε τη «Φόνισσα». Η συναρπαστική του αυτή ηρωίδα είναι μία και πολλές, καθώς πλάστηκε με όλες τις ιδιότητες που είχαν αποδοθεί στις παπαδιαμαντικές γυναίκες, από την Αυγούστα έως τη γραία-Κοντάκαινα, αλλά και την τόσο ενδιαφέρουσα όσο και παραμελημένη Χαρμολίνα.
*Η Μαρία Γκασούκα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου
ΠΗΓΗ : Η ΑΥΓΗ, 13/01/2011

Ανάλυση στην ηρωϊδα του έργου του Παπαδιαμάντη, «Οι Έμποροι των Εθνών»
Το Παπαδιαμαντικό έργο, όπως έχω ξαναπεί, σηματοδοτεί την έναρξη μιας φιλογυναικείας λογοτεχνίας στη χώρα μας, η οποία ακόμη και σήμερα δεν εμφανίζεται ιδιαίτερα πλούσια. Ταυτόχρονα, αποτελεί σημαντική πηγή άντλησης στοιχείων που βοηθούν τη διερεύνηση της κοινωνικής θέσης των Ελληνίδων γυναικών του 2ου μισού του 19ου αιώνα, τόσο στην ύπαιθρο, όσο και στην πόλη. Τη θέση αυτή των Ελληνίδων προσπαθούν να ανασυνθέσουν επιμέρους εργασίες ερευνητών και, κυρίως, ερευνητριών, με δεδομένα τα κενά που παρουσιάζει και η σχετική ελληνική ιστοριογραφία.
Ο Παπαδιαμάντης εγκαινιάζει τη φιλογυναικεία λογοτεχνία μολονότι οι σχέσεις του με τις γυναίκες είναι ιδιότυπες, περίπλοκες και συχνά αντιφατικές: σχέσεις αγάπης, φόβου, συμπόνιας, αποστροφής και κατανόησης, ανομολόγητου έρωτα και ομολογουμένης απόρριψης. Τα συναισθήματα και οι αντιδράσεις που οι γυναίκες προκαλούν στον Παπαδιαμάντη παραμένουν συνήθως κρυμμένα πίσω από μία μοναχική και προσηλωμένη θρησκευτικότητα, η οποία δεν πρόσφερε πολλά περιθώρια σ' αυτούς που θα επιθυμούσαν, ίσως, να διερευνήσουν αυτό το κομμάτι του εαυτού του, ενόσω ακόμα ζούσε. Αρκετοί το επιχείρησαν αργότερα, αρκέστηκαν, όμως, στην προσπάθεια αποκάλυψης μιας μόνο πτυχής της στάσης του Παπαδιαμάντη απέναντι στις γυναίκες, της ερωτικής, μη υποψιαζόμενοι, προφανώς, την ευρύτητα και το βάθος αυτής της στάσης.
Ο Παπαδιαμάντης, συνειδητά ή όχι, μίλησε πολύ για τις γυναίκες μέσα στο έργο του. Και αποκάλυψε με τον τρόπο που μίλησε εκείνα, επίσης, που συνειδητά ή όχι αισθανόταν ή και διαισθανόταν γι' αυτές. Ωστόσο, αυτός ο λόγος του Παπαδιαμάντη ακούστηκε πάντοτε ψιθυριστά, μ' αποτέλεσμα να τον αγνοούν και οι ίδιες οι γυναίκες. Από την άποψη αυτή, επισημαίνεται μια σοβαρή έλλειψη στη βιβλιογραφία για τον Παπαδιαμάντη γενικά, η οποία υποτιμά εμφανώς το συγκεκριμένο ζήτημα και ακόμα μια παράλειψη των γυναικών να γνωρίσουν, να κατανοήσουν και να αναδείξουν ένα λογοτεχνικό έργο που το μεγαλύτερο μέρος του μοιάζει ν' απευθύνεται αποκλειστικά σχεδόν σ' αυτές.
Ο Παπαδιαμάντης, φυσικά, δεν είναι ο ενσυνείδητος, κοινωνικά προωθημένος «φεμινιστής» της εποχής του. Και είναι μάλλον βέβαιο πως θ' αντιδρούσε έντονα αν γνώριζε πως του αποδίδεται ένας παρόμοιος τίτλος. Συχνά, όμως, τα ίδια τα έργα ξεπερνούν και τις προθέσεις και τις διαθέσεις των δημιουργών τους. Το σίγουρο είναι πως η παπαδιαμαντική δημιουργία είναι γυναικοκεντρική. Άλλωστε, οι κοινωνίες και οι χώροι που περιγράφει ο Παπαδιαμάντης, οι κοινωνίες, δηλαδή, που γνωρίζει και στις οποίες ουσιαστικά ζει, είτε στο νησί του είτε στις αθηναϊκές λαϊκές αυλές, είναι κοινωνίες γυναικών, οι οποίες διαχειρίζονται, τελικά, άμεσα ή έμμεσα, τις περισσότερες και πιο ενδιαφέρουσες από τις κοινωνικές σχέσεις που διαμορφώνονται.
Ο κόσμος αυτός είναι οικείος και κοντινός στον συγγραφέα και, παρά την πολυπλοκότητα, τις αντιφάσεις του ή τη σύγχυση που του προκαλεί, τον κάνει να αισθάνεται ασφαλής και πρόθυμα συνδιαλέγεται μαζί του. Η απόδοση αυτού του κόσμου στα γραπτά του αποτελεί αναμενόμενη κατάληξη, καθώς έχει ουσιαστικά στρέψει την πλάτη στον κόσμο των ανδρών, ιδιαίτερα των ανδρών της πόλης, των οποίων πολλές ενασχολήσεις και αντιλήψεις αποδοκιμάζει ως επικίνδυνες. Ασχολείται μαζί τους κυρίως για να τις χλευάσει.
Το παπαδιαμαντικό έργο από τη σκοπιά του Φύλου
Έχει εξαιρετική σημασία, κατά την άποψή μου, η κοινωνική προσέγγιση του συνόλου του παπαδιαμαντικού έργου και, μάλιστα, από την πλευρά του κοινωνικού φύλου. Μία τέτοια προσέγγιση μας αποκαλύπτει σχεδόν αμέσως το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν και τα τέσσερα μυθιστορήματα της ρομαντικής του περιόδου («Η Μετανάστις», 1879, «Οι Έμποροι των Εθνών», 1882, «Η Γυφτοπούλα», 1884 και «Χρήστος Μηλιόνης», 1885), αφού σ' αυτά διαμορφώνεται ήδη ο δρόμος που πρόκειται να διανύσει προς αυτή την κατεύθυνση ο συγγραφέας. Τα περισσότερα από τα στοιχεία που θα αναπτύξει αργότερα και τα οποία προσδιορίζουν κοινωνικά το σύνολο της δημιουργίας του, και ιδιαίτερα τους γυναικείους του χαρακτήρες, βρίσκονται κιόλας μέσα σ' αυτά. Εντοπίζονται ήδη στη «Μετανάστιδα» και θα είναι διάχυτα σ' ολόκληρο το έργο του, για να φτάσουν στην κορυφαία σύνθεσή τους στο πρόσωπο της Φραγκογιαννούς [1]. Και έχει σημασία ότι τα στοιχεία αυτά, όπως μπορεί να διαπιστωθεί από την κοινότητά τους λ.χ. τόσο στην Αυγούστα (Οι Έμποροι των Εθνών), όσο και στη Φραγκογιαννού (Η Φόνισσα), δεν βρίσκονται όλα κατ' ανάγκην σε πρωτογενή κατάσταση. Ένα μέρος τους έχει ολοκληρωθεί πολύ νωρίς και λειτουργεί πλέον αποκαλυπτικά για την ιδεολογία του συγγραφέα και τις εσωτερικές του συγκρούσεις ανάμεσα σ' αυτή την ιδεολογία και το ένστικτο του, ευαίσθητο απέναντι στο κοινωνικό γίγνεσθαι.
Πιο συγκεκριμένα, η σύλληψη της Αυγούστας, οι προβληματισμοί και οι πράξεις της, δημιουργούν ένα γυναικείο χαρακτήρα όχι συνηθισμένο, ταυτόχρονα με την επιβεβαίωση του γεγονότος πως η γυναικεία υποταγή δεν ήταν πάντοτε δεδομένη ολοκληρωτικά, πως οι στάσεις και οι αντιστάσεις μ' οποιαδήποτε μορφή, ήταν τόσο υπαρκτές, όσο και αποσιωπημένες.
Η Αυγούστα και τα ανθρώπινα δικαιώματα που διεκδικεί αποτελούν την πρώτη συνεισφορά του Παπαδιαμάντη στη φιλογυναικεία λογοτεχνία και, ταυτόχρονα, την πρώτη υπέρβαση της καθημερινής του συνείδησης και θρησκευτικότητας, και μάλιστα σε νεαρή ηλικία. Την ίδια περίοδο θα τελειώσει και η προσπάθεια του Παπαδιαμάντη για τη δημιουργία σημαντικών και ενδιαφερόντων ανδρικών χαρακτήρων.
Σημειώνεται στο σημείο αυτό, ότι οι προσεγγίσεις των γυναικείων χαρακτήρων, όπως τις συνηθίζει ο Παπαδιαμάντης, αναδεικνύουν μέσα στο έργο του αυτό που καλείται ιδεολογία του φύλου και που για τις γυναίκες, προσδιορίζεται με την έννοια της τιμής και όσων αυτή συνεπάγεται. Πρόκειται για τις αξίες της ντροπής, της κοσμιότητας, της σεμνότητας κ.λπ. που παρουσιάζουν μοναδική μέσα στο χρόνο αντοχή. Η τιμή αποτελεί βεβαίως αξία και της ανδρικής συμπεριφοράς με διαφορετικό όμως περιεχόμενο, που σχετίζεται λιγότερο με την ερωτική συμπεριφορά, όπως συμβαίνει αποκλειστικά με τη γυναικεία τιμή. Έτσι, κάθε προσπάθεια υπέρβασης των καθορισμένων ορίων στην ερωτική συμπεριφορά συνεπάγεται την απώλεια της «τιμής» με βαρύτατες συνέπειες.
Ο Παπαδιαμάντης ενώ δεν φαίνεται να αμφισβητεί τα όρια αυτά, εντούτοις, προτιμά κάποτε να δημιουργεί γυναικείους χαρακτήρες που επιχειρούν αυτού του είδους τις υπερβάσεις, μάλιστα διαμορφώνει μαζί τους έντονες σχέσεις, όπως συμβαίνει με την Αυγούστα, την πιο ενδιαφέρουσα μετά τη Χαδούλα- Φραγκογιαννού ηρωίδα του.
Η Αυγούστα των «Εμπόρων των Εθνών»
Η Αυγούστα έχει ανατραφεί και προετοιμαστεί να παίξει το ρόλο της σεμνής και ενάρετης, πιστής συζύγου, της κλεισμένης στο κάστρο του αφέντη-συζύγου της, με μοναδική διέξοδο το μοναστήρι. Τον ρόλο αυτόν αναλαμβάνει για μεγάλο χρονικό διάστημα και μάλιστα με επιτυχία, όπως παραδέχεται ο συγγραφέας: «ωραία και αθώα ως περιστερά, ήτο το σέμνωμα της οικίας».
Η Αυγούστα, ως σύζυγος του Μούχρα στο «μεγάλο», «ευπρεπές» και οχυρωμένο με τρεις πύργους και με ψηλό τείχος σπίτι του ήταν μεν «αθώα ως περιστερά», γρήγορα όμως μεταβλήθηκε σε γυναίκα που ήπιε «το ποτήριον της πόρνης ως λέγει η αποκάλυψις» αμέσως μόλις συγκρούστηκε με την κυρίαρχη έμφυλη ιδεολογία. Η καθοριστική παρουσία του Βενετού μετέτρεψε το «σέμνωμα» σε εξεγερμένη γυναίκα, που μέσα από μία πορεία οδύνης -κοινωνικές συγκρούσεις, ενοχές, τύψεις, από την αυτοαπόρριψη και την αυτοανάταση-καταλήγει να προτιμήσει το πάθος της και τις ανάγκες του κορμιού της από τη σωτηρία της ψυχής της, σε μια σπάνια στη νεοελληνική λογοτεχνία αναζήτηση της υποκειμενικότητάς της.
Είναι πολλά και ουσιαστικά τα κοινά χαρακτηριστικά της Αυγούστας και της Χαδούλας, παρά τα διαφορετικά σημεία αφετηρίας τους, τους διαφορετικούς κόσμους στους οποίους ζουν και τα διαφορετικά, επιφανειακά έστω, προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Κοινά τους στοιχεία είναι το ίδιο, στις αναλογίες του, αυταρχικό περιβάλλον, η ίδια χρησιμοποίηση από τρίτους (σύζυγος- εραστής για την Αυγούστα, γονείς-σύζυγος-παιδιά για τη Χαδούλα), η ίδια τραυματισμένη ψυχοσύνθεση, η ίδια άρνηση προσφυγής στην εκκλησία, η εξέγερση και η ρήξη με το κοινωνικό περιβάλλον, η πτώση και τέλος η κάθαρση, με την ενεργό συμμετοχή της φύσης (φωτιά στη μία, νερό στην άλλη περίπτωση).
Σκιαγραφώντας την Αυγούστα, ο Παπαδιαμάντης παραδέχεται για πρώτη φορά καθαρά πως, η εκκλησία και οι κανόνες της, οι ιερείς και οι παρεμβάσεις τους στην προσωπική ζωή των πιστών, ανεξάρτητα από δόγμα, δεν είναι πάντοτε τρόποι αποτελεσματικοί, δεν αποτελούν στηρίγματα και καταφύγια των ανθρώπων και ιδιαίτερα των γυναικών, των οποίων η σχέση με την εκκλησία, τους εκπροσώπους της και τον τρόπο ζωής της είναι, παρ' όλα αυτά, στενότατα συνδεδεμένη. Πρόκειται για μία τολμηρή θέση του Παπαδιαμάντη, συνεπή όμως με τη θρησκευτική του ιδιαιτερότητα.
Όλα τα παραπάνω γίνονται εμφανή στη διάρκεια της εξομολόγησης της, καθολικής, Αυγούστας προς τον ιερέα, στην οποία και επέλεξα να περιορίσω την αναφορά μου, για οικονομία του χώρου. Στο πλαίσιό της αποκαλύπτονται η αγωνία, οι ενοχές, οι συγκρούσεις της συγκεκριμένης γυναίκας ανάμεσα σε ό,τι θεωρεί καθήκον της και στα συναισθήματα και τις επιθυμίες της, οι μεταφυσικοί της φόβοι, όλη η επώδυνη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει, για να καταλήξει όμως σε νίκη όλων των «απαγορευμένων» επάνω στα κοινωνικά και εκκλησιαστικά αποδεκτά.
Βρισκόμαστε, δηλαδή, μπροστά στον θρίαμβο της ανθρώπινης φύσης, πάνω στον τρόμο που επιβάλλουν οι διάφορες κοινωνικές συμβάσεις, στις οποίες έχει υπαχθεί και η σύμβαση της αμαρτωλότητας, ανάλογα με την ερωτική συμπεριφορά των γυναικών. Ο ιερέας, που εδώ συμβολίζει την ανδρική και θεολογική λογική και ηθική, δεν είναι σε θέση ν' αποδεχθεί ή να εξηγήσει το γυναικείο μεγαλείο της Αυγούστας. Δεν μπορεί να δεχθεί πως είναι δυνατό να ανήκουν σε γυναίκα του καιρού και της τάξης της λόγοι όπως αυτοί: «Συχνάκις καταβαίνει εις τα χείλη μου ασεβής λογισμός κι αναβαίνει εναγής επιθυμία. Οι στεναγμοί μου τα δύο ταύτα μεταφράζουσιν εις την πυρίνην γλώσσαν του έρωτος και της απελπισίας… ουδέποτε μετενόησα δια το έγκλημά μου τούτο, πάτερ, ουδέ πιστεύω ότι είναι δυνατόν να μετανοήσω… Η σαρξ δεν δύναται να καταβληθή, ο έρως δεν δύναται να υποχωρήσει».
Τη διακήρυξη των πιο ανθρώπινων δικαιωμάτων -κι ας το αγνοεί και η ίδια, όπως και ο συγγραφέας άλλωστε-από την Αυγούστα, ο ιερέας θεωρεί «φοβερές» και «απίστευτες» ομολογίες. Παρ' όλα αυτά, η ασυνήθιστη για την εποχής της γυναίκα επηρεάζει τον άνδρα-ιερέα. Ο διεγερτικός της λόγος τον οδηγεί σε κρίσιμες για το φύλο και την ιεροσύνη του σκέψεις. Αντιλαμβάνεται την κοινωνική υποκρισία και, σε μια στιγμή, δέχεται ως απόδειξη μέγιστου θάρρους την εξομολόγηση της Αυγούστας [«Ο πατήρ Αμμούν προέβη ούτω εις τας σκέψεις του και διηπόρει αν και οι άνδρες έχουσι πολλώ πλείονα ειλικρίνειαν της των γυναικών εν τη εξομολογήσει»], φτάνοντας και στην αμφισβήτηση της χρησιμότητας κι αυτής ακόμη της εξομολόγησης: «.... εις τι χρησιμεύει η εξομολόγησις και διατί ούτος ο θεσμός ;»
Για μια στιγμή όμως. Το άγνωστο τον τρομάζει. Οτιδήποτε απειλεί τις βεβαιότητές του, τις παραδοχές και την ασφάλειά του εκδιώκεται και ο άνδρας-ιερέας περιχαρακώνεται στον παραδοσιακό έμφυλο και ιδεολογικό του κόσμο: Μία γυναίκα με τέτοιες σκέψεις και αποφάσεις δεν μπορεί παρά να είναι όργανο του διαβόλου, που μιλάει για λογαριασμό της: «Δαιμόνιον, δαιμόνιον έχεις, δυστυχής, τη είπε. Καλά το είπες και μόνη σου· ή μάλλον το δαιμόνιον είπεν αφ' εαυτού το όνομά του» [Το συμπέρασμα του ιερέα πολυ λίγο διαφέρει από τον προβληματισμό του συγγραφέα: «Είχεν άρα φυσικόν τι ο έρως της Αυγούστης;»].
Η επίκληση του δαιμονίου δεν επιδρά στη γυναίκα η οποία έχει υπερβεί πλέον το έμφυλο όριο και η κόλαση είναι ανίσχυρη να την τρομοκρατήσει. Ακριβώς τότε συντελείται και η ολοκλήρωση της γυναικείας στάσης. Η Αυγούστα, χωρίς δισταγμό, διακόπτει την εξομολόγηση -μια πράξη βίαιη και «αμαρτωλή»- για να έλθει σ' επαφή μ' εκπροσώπους του έξω από το μοναστήρι κόσμου, με την ελπίδα να πάρει από εκεί τα μηνύματα που το κορμί και η καρδιά της περιμένουν.
Από την Αυγούστα στη Χαδούλα
Ολοκληρώνοντας, αξίζει να επισημάνω ξανά πως η δημιουργία της Αυγούστας εξηγεί τη συχνά επανερχόμενη απορία και αμηχανία για το πώς ένας συγγραφέας με την αγωγή και τη θρησκευτικότητα του Παπαδιαμάντη έγραψε τη «Φόνισσα». Η συναρπαστική του αυτή ηρωίδα είναι μία και πολλές, καθώς πλάστηκε με όλες τις ιδιότητες που είχαν αποδοθεί στις παπαδιαμαντικές γυναίκες, από την Αυγούστα έως τη γραία-Κοντάκαινα, αλλά και την τόσο ενδιαφέρουσα όσο και παραμελημένη Χαρμολίνα.
*Η Μαρία Γκασούκα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου
ΠΗΓΗ : Η ΑΥΓΗ, 13/01/2011
Οι έμποροι των εθνών αναφέρονται σε μια περίοδο που έχουν αρχίσει οι Σταυροφορίες. Γιατί άραγε διαλέγει ο Παπαδιαμάντης αυτή την περίοδο; Γιατί ο εραστής είναι από τη Δύση, Βενετός. Γιατί η σάρκα ελκύει τόσο έντονα την Αυγούστα και γιατί στο τέλος καίγεται πάνω στην ναυαρχίδα; Ο Παπαδιαμάντης δεν έγραφε μόνον για τα δύο φύλα, είχε πλήρη εικόνα του πως η δύση ερχόταν και βίαια έκοπτε την παράδοση της ανατολής που συμβολίζει ο πύργος όπου προφυλαγμένη ζούσε η Αυγούστα. Αυτή είναι μια άλλη ανάγνωση που απαιτεί μια έντονη τριβή με το έργο του Παπαδιαμάντη, εξετάζοντας και την ζωή του όπως μαρτυρείται από όσους τον γνώρισαν. Αν δεν γνωρίσει κανείς από μέσα τον τρόπο ζωής που έκανε ο Παπαδιαμάντης πώς μπορεί να ερμηνεύσει το έργο του;
RépondreSupprimer